Ελληνικό έθνος και σύγχρονη μετανάστευση

Συγγραφέας: 
Της Σύνταξης
Η μετανάστευση αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο εθνικό ζήτημα της Ελλάδας σήμερα, ένα ζήτημα που αφορά τόσο στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας, όσο και στην εσωτερική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα. Καθορίζει και ορίζει κυριολεκτικώς τα πάντα. Η ελληνική κοινωνία και πολιτική, πριν και μετά το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα, αποτελεί μια ριζικά διαφορετική κοινωνία. Οι κοινωνικές τάξεις, οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις και, προπαντός, η κοινωνική συνείδηση πρέπει να ιδωθούν με καινούργιο βλέμμα, πριν και μετά τη νέα μεγάλη “μετανάστευση των λαών”, η οποία και συνεχίζεται, με απρόβλεπτη συνέχεια και συνέπειες.
Διαφορετική ήταν η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων πριν το μεγάλο πρόσφατο μεταναστευτικό κύμα, διαφορετική ήταν η σχέση τους με αξίες και πρότυπα, καθώς και η αντίληψή τους για τον άλλον και τις σχέσεις μαζί του, για την ταυτότητά τους. Διαφορετική ήταν η εθνική συνείδηση και είναι βέβαιο πως πρέπει να αναζητηθεί μια νέα συνείδηση, μια νέα ταυτότητα, μια νέα αντίληψη για το έθνος μας, ως συνέπεια του μεγάλου μεταναστευτικού κύματος.
Στην ιστορική εμπειρία της ανθρωπότητας, και ειδικότερα του ελληνικού κόσμου, το μεταναστευτικό φαινόμενο αποτελεί μια αποφασιστική και σε κάποιες περιόδους τη σημαντικότερη συνιστώσα. Οι μεγάλες μεταναστεύσεις της αρχαιότητας διαμόρφωσαν το πρόσωπο του ελληνικού πολυφυλετικού (Ιώνες, Δωριείς, Αχαιοί, Αιολείς), πολεοκρατικού έθνους της αρχαιότητας. Την ίδια περίοδο, ελληνικοί πληθυσμοί θα μεταναστεύσουν σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου και τη Μαύρη Θάλασσα, ενώ στους ελληνιστικούς χρόνους οι Έλληνες θα φτάσουν μέχρι τα βάθη της Ασίας.
Εν συνεχεία, ένα μεγάλο μεταναστευτικό κύμα, εκτός από πολλά άλλα μικρότερα, αφορά τα σλαβικά φύλα, που αρχίζουν από τον 6ο-7ο αιώνα να διεισδύουν στον ελληνικό χώρο. Θα ακολουθήσουν οι μετακινήσεις των αλβανικών πληθυσμών, ενώ στη Μικρά Ασία και σε ένα μεγάλο μέρος της Βόρειας Ελλάδας, θα εγκατασταθούν τουρκικά φύλα, ιδιαίτερα μετά την τουρκική κατάκτηση –συχνά μάλιστα θα προηγηθούν της οριστικής κατακτήσεως–, τέλος, οι Εβραίοι θα εγκατασταθούν σε μεγάλη κλίμακα στον ελληνικό κόσμο κατά τον 16ο αιώνα. Την ίδια περίοδο, θα αρχίσει ένα αντίστροφο μεταναστευτικό κύμα προς την περιφέρεια της ελλαδικής χερσονήσου και των νησιών, καθώς και προς τον ευρύτερο ιστορικό χώρο, που θα συγκροτήσει τη σύγχρονη μεταναστευτική παράδοση του ελληνισμού. Οι Έλληνες θα επιστρέψουν μαζικά στη Μικρά Ασία, τη Θεσσαλονίκη, τα Βαλκάνια, και θα εγκατασταθούν στην Αυστροουγγαρία, τη νότια Ρωσία, την Αίγυπτο. Και από τα τέλη του 19ου αιώνα, θα ταξιδέψουν ακόμα πιο μακριά, στην Αμερική, την Αυστραλία, τη Δυτική Ευρώπη. Και η μόνη μεγάλη περίπτωση επιστροφής Ελλήνων και αποχώρησης αλλοφύλων θα παρατηρηθεί μετά το 1922, με τη μαζική εγκατάσταση των ξεριζωμένων της Μικρασιατικής Καταστροφής και την ανταλλαγή πληθυσμών, καθώς και με την αποχώρηση των μουσουλμανικών και βουλγαρικών πληθυσμών από τη Βόρεια Ελλάδα.
 Για 4 ή 5 αιώνες, μέχρι τη δεκαετία του 1980, η σχέση των Ελλήνων με τη μετανάστευση και τη μετακίνηση είχε μονοδιάστατο χαρακτήρα. Ήταν οι Έλληνες που διαρκώς μετανάστευαν και συχνά ξεριζώνονταν από τις εστίες τους. Επιπλέον, τα μεγάλα κύματα των πληθυσμιακών ανταλλαγών οδηγούσαν σε σταδιακή ενίσχυση της ομοιογένειας του ελληνικού πληθυσμού στο εσωτερικό της Ελλάδας, ενώ οι μεγαλύτερες μετακινήσεις θα συνδεθούν με μεγάλα πολιτικά ή πολεμικά γεγονότα, και, στον 20ο αιώνα, συχνά με εθνικές καταστροφές. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των Ελλήνων του Πόντου που θα γνωρίσουν, εκτός από την τουρκική γενοκτονία, αλλεπάλληλους ξεριζωμούς μέχρι την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα στα τέλη του 20ύ αιώνα.
Δηλαδή, η μεταναστευτική εμπειρία είχε για τους Έλληνες ριζικά διάφορο χαρακτήρα από εκείνον που είχε για τους πληθυσμούς της Δυτικής Ευρώπης. Οι Πορτογάλοι, οι Ισπανοί, οι Ολλανδοί, οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, θα εγκατασταθούν ως άποικοι σε όλο σχεδόν τον πλανήτη, και ιδιαίτερα στις χώρες μαζικού εποικισμού, όπως στην Αμερική, Βόρεια και Νότια, την Αυστραλία, τη Νότιο Αφρική κ.λπ. Η μετανάστευση των δυτικών λαών, που συχνά θα πάρει μαζικές διαστάσεις, θα συνδεθεί με τη διαμόρφωση της αποικιοκρατίας και της κυριαρχούμενης από τη Δύση παγκόσμιας αγοράς. Οι Ευρωπαίοι έποικοι αποτέλεσαν τον πρώτο φορέα-δίκτυο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Μάλιστα, στην Αμερική, Βόρεια και Νότια, θα πραγματοποιηθεί παράλληλα και η πρώτη μαζική εισαγωγή μεταναστών, των μαύρων σκλάβων, δεδομένου ότι οι εγχώριοι, προς εκμετάλλευση, πληθυσμοί εξοντώθηκαν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους από τους αποικιοκράτες της Δύσης.
Όταν, κατά τον 20ό αιώνα, η παγκοσμιοποίηση θα πάψει να πραγματώνεται με την εξαγωγή εποίκων, και θα αρχίσει να εκφράζεται σχεδόν αποκλειστικά με την εξαγωγή κεφαλαίων και τον πολιτικοστρατιωτικό έλεγχο, θα διογκωθεί το αντίστροφο μεταναστευτικό κύμα, της εξαγωγής εργατικού δυναμικού από τον αποικιακό και ημιαποικιακό κόσμο, προς τα κέντρα της καπιταλιστικής συσσώρευσης. [Και δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε πως οι μεγαλύτερες ανθρώπινες μετακινήσεις αφορούν στις μετακινήσεις εκτός δυτικού, αναπτυγμένου, κόσμου. Δεκάδες εκατομμύρια θα μετακινηθούν κατά τη διαδικασία της διαίρεσης της ινδικής υποηπείρου σε Ινδία και Πακιστάν, στα τέλη της δεκαετίας του 1940. Ακόμα και σήμερα, τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα αφορούν τις μετακινήσεις εκατομμυρίων Αφρικανών ως συνέπεια των λιμών και των πολέμων, μεταξύ των αφρικανικών χωρών, ή τα εκατομμύρια των Αφγανών προσφύγων που καταφεύγουν στο Πακιστάν.] Ιδιαίτερα σε περιόδους, όπως η σημερινή, κατάρρευσης των δασμών και των συνόρων και παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, οι μετακινήσεις εργατικών χεριών πυκνώνουν.
Κατά συνέπεια, μπορούμε να διακρίνουμε δύο βασικούς τύπους εξωτερικής μετανάστευσης, την αποικιακή, εκμεταλλευτικού τύπου, που σήμερα παίρνει κυρίως τη μορφή της εξαγωγής ειδικών, υψηλόβαθμων τεχνικών και διευθυντικών στελεχών στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, και την εξαρτημένη μετανάστευση, από χώρες και κοινωνίες χαμηλότερης οικονομικής και πολιτικής ισχύος.
Η ελληνική ιδιαιτερότητα
Ανάμεσά τους, βέβαια, θα συναντήσουμε πολλές ενδιάμεσες καταστάσεις και περιπτώσεις χωρών, μία από τις οποίες είναι και η Ελλάδα. Η μετανάστευση των Ελλήνων, ήδη μετά την οθωμανική κατάκτηση, παρουσιάζει μια βασική ιδιαιτερότητα: Οι Έλληνες μεταναστεύουν προς τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, τα Βαλκάνια, τη Ρωσία, τη Μικρά Ασία, και συχνά καταλαμβάνουν μια υψηλότερη βαθμίδα στην οικονομική ιεραρχία, ακριβώς γιατί διαθέτουν υψηλότερο πολιτισμικό και μορφωτικό επίπεδο, που τους επιτρέπει να διατηρούν προνομιακές σχέσεις και με τις δυτικές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Αντίστροφα, όταν μεταναστεύουν προς τη Δύση, την Αμερική ή τη Δυτική Γερμανία, ιδιαίτερα μετά τον 19ο αιώνα, τοποθετούνται σε χαμηλότερη κλίμακα στην κοινωνική ιεραρχία. Κατά συνέπεια, η ελληνική μετανάστευση έχει ενδιάμεσο χαρακτήρα.
Όμως, ακριβώς διότι δεν διαθέτουν δικό τους κράτος, ή, και μετά τη δημιουργία του ελλαδικού κράτους, αυτό παραμένει εξαιρετικά αδύναμο, παρά τη σχετικά ισχυρή κοινωνική τους θέση δεν μπορούν να διασφαλίσουν τα πλεονεκτήματα που διέθεταν οι δυτικοί έποικοι, τις εμπορικές δραστηριότητες των οποίων υποστήριζαν οι κανονιοφόροι των χωρών τους. Έτσι, η οικονομική και κοινωνική θέση των Ελλήνων παραμένει πάντα επισφαλής. Στην Αυστρία και την Ουγγαρία, θα υποχρεωθούν να αλλάξουν υπηκοότητα, στα Βαλκάνια, θα εκδιωχθούν σταδιακά ή θα ενσωματωθούν, όπως στη Ρουμανία· ακόμα και σε παλιές ελληνικές περιοχές, όπως στη Μικρά Ασία και την Κωνσταντινούπολη, θα υποκύψουν στην τουρκική γενοκτονία. Έτσι συγκροτείται αυτό το ελληνικό δίπολο, που βρίσκεται στην καρδιά του «καημού της ρωμιοσύνης»: Οι Έλληνες υπερτερούν μορφωτικά και πολιτισμικά, αλλά υστερούν στο κρατικό και το πολιτικό πεδίο, με τα τραγικά αποτελέσματα που γνωρίζουμε στην πρόσφατη ιστορία μας.
Σε ό,τι αφορά στη σημερινή πραγματικότητα, οι συσχετισμοί δεν έχουν μεταβληθεί ριζικά, παρότι τα κύρια μεταναστευτικά ρεύματα δεν αφορούν πλέον στην έξοδο των Ελλήνων, αλλά στη μαζική και αιφνίδια ­–μέσα σε είκοσι χρόνια­– άφιξη εκατοντάδων χιλιάδων, αν όχι εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ελλάδα. Κι αυτό για δύο λόγους: πρώτον διότι συνεχίζεται η έξοδος των Ελλήνων προς τη Δύση, και μάλιστα των πιο ειδικευμένων και μορφωμένων κοινωνικών στρωμάτων, και, κυρίως, διότι η Ελλάδα παραμένει μια χώρα ασθενής στο οικονομικό, στρατιωτικό και γεωπολιτικό πεδίο.
Έτσι δημιουργείται μια ιδιότυπη κατάσταση, η οποία αναπαράγει με νέους όρους τον «καημό της ρωμιοσύνης»: Οι Έλληνες εκμεταλλεύονται σε μαζική κλίμακα την εργασία των μεταναστών και διευρύνονται οι μηχανισμοί της παρασιτοποίησης των Ελλήνων, ενώ την ίδια στιγμή υπόκεινται στη διαδικασία «απομύζησης των εγκεφάλων», πράγμα που καθιστά την επίτευξη μιας αυτόκεντρης ανάπτυξης στην Ελλάδα διαρκώς άπιαστο όνειρο.
Έτσι, η ελληνική κοινωνία υφίσταται μια διαδικασία πολλαπλής συντηρητικοποίησης. Οι Έλληνες παύουν να ασκούν παραγωγικές εργασίες –ξεμαθαίνουν– με αποτέλεσμα να επιτείνεται ο κοινωνικός παρασιτισμός. Το ελληνικό εργατικό κίνημα έχει εξαφανιστεί από τα τέλη της δεκαετίας του 1980, εξαιτίας της μαζικής αντικατάστασης των χειρωνακτών εργατών από μετανάστες εργάτες. Και αυτή η διαδικασία συνεχίζεται, σχεδόν αενάως, με την είσοδο νέων και ακόμα φθηνότερων μεταναστών. Το ήθος της εργασίας που χαρακτήριζε τον ελληνικό λαό αντικαθίσταται σταδιακώς από το ήθος της κατανάλωσης. Και αυτό δεν αποτελεί απλώς συνέπεια της καταναλωτικής κοινωνίας, αλλά επιτείνεται από την απομάκρυνση των Ελλήνων από τις παραγωγικές εργασίες.
Η παρασιτοποίηση της ελληνικής κοινωνίας εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και τη γενικευμένη εξαφάνιση αυθεντικών ριζοσπαστικών ρευμάτων στην ελληνική κοινωνία. Από τον Ανδρέα Παπανδρέου και το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», περάσαμε στον Σημίτη και τον Γιώργο. Το ΚΚΕ, έχοντας απολέσει την παραδοσιακή κοινωνική του βάση, οδηγείται σε μια λογική παρελθοντολογίας και ιδεολογικής σκλήρυνσης, με την επιστροφή στον Στάλιν, τον Εμφύλιο, κ.λπ. Όσο για το παλιό ΚΚΕεσωτ., τον αριστερισμό και τους αντιεξουσιαστές, θα φτάσουν στον «προοδευτικό» εθνομηδενισμό και την εγκατάλειψη της εθνικής υπόστασης και ταυτότητας. Διότι, βέβαια, όσο συντηρητικοποιείται η ελληνική κοινωνία, θα αναζητούν μια ψευδή εξέγερση στην ίδια την άρνηση της «πατρίδας» και την προσφυγή στους μετανάστες ως το νέο «επαναστατικό υποκείμενο», ένα υποκείμενο «χωρίς πατρίδα».
Έτσι ο παρασιτικός κοσμοπολιτισμός των βορείων προαστίων θα βρίσκει την θεωρητική ψευδοεπαναστατική του δικαιολόγηση στο προλεταριάτο των μεταναστών. Και, εκ του αντιθέτου, η επισήμανση του προβλήματος που αντιπροσωπεύει η μαζική μετανάστευση θα αναλαμβάνεται από τον ακροδεξιό χώρο και θα του προσδίδει διαστάσεις ρατσιστικές, συκοφαντώντας έτσι τον ίδιο τον πατριωτισμό.
Η μετανάστευση και η εύλογη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ξένων εργατών έχει μεταβληθεί, σε όλες τις χώρες της Δύσης, στο βασικό επιχείρημα των υπερασπιστών της παγκοσμιοποίησης και της πολυπολιτισμικότητας στο εσωτερικό της Αριστεράς. Ο Μαρξ και ο Ένγκελς είχαν επισημάνει, ήδη από τον 19ο αιώνα, πως το κεφάλαιο, χρησιμοποιώντας τους ξένους εργάτες, όχι μόνο ρίχνει τους μισθούς και το πολιτιστικό επίπεδο του εγχώριου εργατικού κινήματος, αλλά αποσυνθέτει και την πολιτική εκπροσώπηση των λαϊκών στρωμάτων, τόσο στη χώρα προέλευσης των μεταναστών, μια και αποδυναμώνει τις δυνάμεις της κοινωνικής αλλαγής σε αυτές, όσο και στις χώρες εισδοχής. Γι’ αυτό στη Γαλλία και αλλού, στην Ευρώπη και την Αμερική, η Αριστερά θα υποχωρήσει και τα συνδικάτα θα διαλυθούν από την εισροή μεταναστών, ενώ ένα σημαντικό τμήμα των εγχώριων εργατικών τάξεων θα στραφεί προς τον… Λε Πεν, το Βλάαμς Μπλοκ, στο Βέλγιο, ή τον Χάιντερ στην Αυστρία και τον Βλόσερ στην Ελβετία. Επιπλέον, οι δυνάμεις της Αριστεράς, που θα επιβιώσουν, θα έχουν αποδεχτεί μέσω της μετανάστευσης τις βασικές αρχές των νεοφιλελεύθερων αντιπάλων τους, για την ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και ανθρώπων. Πόσο μάλλον σε μία χώρα όπως η Ελλάδα –και η Κύπρος– όπου η αιφνίδια και μαζική είσοδος των μεταναστών προκάλεσε μια κυριολεκτική έκλειψη του ούτως ή άλλως ασθενούς ελληνικού προλεταριάτου, σε μεγαλύτερη κλίμακα από κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα.
Η γεωπολιτική διάσταση
Η Ελλάδα βρίσκεται στα σύνορα των κόσμων Δύσης και Ανατολής, η περιοχή των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής παραμένει εξόχως ασταθής, η δε ιστορική συγκυρία απειλεί με περαιτέρω συρρίκνωση τον ελληνισμό ­– στην Κύπρο αυτή η συρρίκνωση έχει αποκτήσει και εδαφική διάσταση. Κατά συνέπεια, η μαζική μετανάστευση, ιδιαίτερα πληθυσμών με μεγάλη πολιτισμική διαφορά από τους Έλληνες, που σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να ενσωματωθούν –τουλάχιστον στο προβλεπτό μέλλον– δεν αποτελεί μόνο πρόβλημα εσωτερικής πολιτισμικής συνοχής, αλλά και ζήτημα με ευρύτερες γεωπολιτικές, ακόμα και εδαφικές διαστάσεις. Οι συγκρούσεις στα Βαλκάνια, επί τη βάσει μειονοτικών ζητημάτων, δεν έχουν ακόμα λάβει τέλος. Στη νότια Σερβία, υπάρχουν σημαντικοί αλβανικοί πληθυσμοί, ενώ στο βόρειο Κόσοβο, σερβικοί. Στο Μαυροβούνιο, επίσης, σημαντική αλβανική μειονότητα, ενώ το κράτος των Σκοπίων απειλείται με έκρηξη εξαιτίας του αλβανικού αλυτρωτισμού. Τέλος, στην ίδια την Ελλάδα, αλλά και στη γειτονική Βουλγαρία, σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση, υπάρχουν τουρκόφωνοι και μουσουλμανικοί πληθυσμοί, τους οποίους έχει θέσει υπό την προστασία της η Τουρκία. Η Κύπρος έχει υποστεί ακρωτηριασμό και απειλείται με τουρκοποίηση, με αφορμή την τουρκοκυπριακή μειονότητα.
Κατά συνέπεια, η μετανάστευση στην Ελλάδα πληθυσμών από τις γειτονικές χώρες με τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν άλυτα ή ανεπούλωτα ακόμα ιστορικά ζητήματα –το μακεδονικό, ή τουρκική επιθετικότητα και οι αλβανικές διεκδικήσεις στην Τσαμουριά– κινδυνεύουν να μεταβάλουν τους μετανάστες εργάτες από αυτές τις χώρες, ή ένα μέρος τους, σε μειονότητες, οι οποίες αύριο θα διεκδικήσουν μειονοτικά δικαιώματα. Επιλέον, η ενίσχυση μουσουλμανικών πληθυσμών από την Αφρική και την Κεντρική Ασία, θα φέρει σύντομα αυτούς τους πληθυσμούς υπό την «προστασία» της Τουρκίας, στα πλαίσια της γενικευμένης ανασυγκρότησης της μουσουλμανικής ούμμα, και της ισλαμοποίησης της τουρκικής πολιτικής. Αν μάλιστα παραχωρηθεί και δικαίωμα ψήφου ή και υπηκοότητα σε ένα αυξανόμενο μέρος μεταναστών ή απογόνων τους, όπως αναπόφευκτα θα συμβεί κάποια στιγμή, τότε το μειονοτικό ζήτημα θα εγκατασταθεί στην καρδιά της ελληνικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Διότι δεν θα πρόκειται απλώς για ένα αίτημα πολυπολιτισμικότητας, όπως εμφανίζεται σήμερα στις περισσότερες χώρες της Δύσης, όπου δεν υπάρχει καμία γεωγραφική συνάφεια μεταξύ των χωρών προέλευσης και των χωρών εγκατάστασης των μεταναστών, αλλά για απευθείας μειονοτικά ζητήματα που κινδυνεύουν να τεθούν από γειτονικές χώρες, στην αξέχαστη βαλκανική μας παράδοση!
Μόνον η Αμερική αντιμετωπίζει ένα ανάλογο πρόβλημα με τους Μεξικανούς μετανάστες στις νότιες πολιτείες, και έχει ήδη αρχίσει να τρομοκρατείται, παρότι άλλο πράγμα το αμερικανικό κράτος και άλλο το… ελληνικό. Και στο κάτω κάτω της γραφής, πριν ενάμιση αιώνα, αυτά τα εδάφη ανήκαν στο Μεξικό και αποσπάστηκαν με πόλεμο από τις ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα τους… Αμερικανούς μετανάστες-εποίκους!
Τι μπορούμε να κάνουμε
Βεβαίως, σήμερα, είναι αδύνατο να γυρίσουμε προς τα πίσω το ρολόι της ιστορίας. Η μετανάστευση έχει εγκατασταθεί στην καρδιά της ελληνικής κοινωνίας και αποτελεί, ίσως, μαζί με τη νεο-οθωμανική απειλή, το μεγαλύτερο εθνικό ζήτημα της Ελλάδας. Ο τρόπος της αντιμετώπισής του θα καθορίσει το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας και σε ένα μεγάλο μέρος και τις εξωτερικές του σχέσεις.
Προφανώς δε, οι συνέπειες της μετανάστευσης δεν υπήρξαν μονοδιάστατα αρνητικές. Υπάρχουν και σημαντικές θετικές διαστάσεις. Αναφέρουμε, ενδεικτικά, ορισμένες από αυτές: Εγκαταλειμμένες περιοχές της Ελλάδας ξαναζωντάνεψαν με την παρουσία των μεταναστών, οι Πόντιοι Οδυσσείς επέστρεψαν μετά από πάρα πολλά χρόνια σε μια πατρίδα, έστω και αν δεν ξαναβρήκαν την παλιά Παναγία Σουμελά στον Πόντο, αλλά μια νέα φιλόξενη στη Βέροια. Ανασυνδεθήκαμε, μέσα από τους ανθρώπους τους, με την ορθόδοξη Ανατολική Ευρώπη, Ρώσους, Ουκρανούς, Ρουμάνους, Βουλγάρους και τους ορθόδοξους Αλβανούς, βάζοντας τις βάσεις για μια μονιμότερη σχέση λαών, ανθρώπων, πολιτισμών που είχαν πολλά κοινά στο παρελθόν και τους είχαν χωρίσει η ιστορία και η πολιτική. Ακόμα και ένας αριθμός ανθρώπων από την Ασία ή την Αφρική μπορεί να συμβάλει στη διεύρυνση των οριζόντων του ελληνικού λαού και να εμπλουτίσει τον πολιτισμό μας, ανοίγοντάς μας σε διαφορετικές, έστω και πολύ μακρινές, παραδόσεις.
Η ελληνική παράδοση δεν υπήρξε ποτέ μια κλειστή παράδοση, αρκεί τα μεγέθη των ξένων πληθυσμών να μην είναι τέτοια που να αλλοιώνουν την πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της χώρας και να μην οδηγούν στα φαινόμενα που περιγράψαμε. Μια εισδοχή μεταναστών, ιδιαίτερα των αποδεδειγμένα πολιτικών προσφύγων, που θα εντάσσονταν ισότιμα –ή, τουλάχιστον, σχετικά ισότιμα– στις κοινωνικές και εκπαιδευτικές δομές της χώρας, θα ήταν ίσως και καλοδεχούμενη, μια και οι θετικές διαστάσεις της θα υπερτερούσαν έναντι των πιθανών αρνητικών.
Και, προφανώς, διαφορετική εκτίμηση των θετικών και αρνητικών διαστάσεων της μετανάστευσης θα είχαμε αν η Ελλάδα δεν αντιμετώπιζε τις γεωπολιτικές και πολιτισμικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει, αν δεν αποτελούσε ένα σύνορο μεταξύ των κόσμων, Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου, ένα σύνορο που κάποτε αποτελούσε το επίκεντρο ενός αυτόνομου πολιτισμού και στη συνέχεια συρρικνώθηκε σταδιακώς, κάτω από την πολλαπλή πίεση Ανατολής και Δύσης, Βορρά και Νότου. Σήμερα, αυτό το σύνορο αντιμετωπίζει μια νέα πίεση που έρχεται από την Ανατολή. Και δεν έχει τα περιθώρια περαιτέρω συρρίκνωσης. Κατά συνέπεια, είναι υποχρεωμένη να αντιμετωπίζει όλα της τα προβλήματα κάτω από αυτό το πρίσμα.
Χρειάζεται μια νέα ολοκληρωμένη πολιτική για το μεταναστευτικό και την πολιτισμική και πολιτική συνοχή της χώρας. Μια πολιτική που μπορεί να συνοψιστεί στα εξής:
Α. Ένταξη των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα, σταδιακώς, και στον βαθμό που ολοκληρώνεται αυτή η ένταξη. Δηλαδή, για παράδειγμα, προηγείται η οικονομική, κοινωνική, εκπαιδευτική και πολιτισμική ένταξη των μεταναστών και ακολουθεί η πολιτική και όχι το αντίστροφο, όπως θέλει να κάνει το ΠΑΣΟΚ του «Γιώργου». Γι’ αυτό πρέπει να δημιουργηθεί και ένα υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής, που θα μεριμνά για τα ζητήματα της εργασίας, της κατοικίας, της εκπαίδευσης και της κοινωνικής ένταξης των μεταναστών, καθώς και για τον επιθυμητό αριθμό μεταναστών. Βασική κατεύθυνση της μεταναστευτικής πολιτικής πρέπει να είναι η αποφυγή δημιουργίας γκέτο σε επίπεδο κατοικίας, εκπαίδευσης, περιφερειακής συγκέντρωσης. Γι’ αυτό πρέπει να οριστεί ένα συνολικό όριο στον αριθμό των μεταναστών και ταυτόχρονα να επιδιώκεται μια όσο το δυνατόν πιο ισόρροπη κατανομή τους. Δεν μπορεί, π.χ., στην Αθήνα, τα βόρεια προάστια να αποτελούν χώρους μειωμένης συγκέντρωσης μεταναστών και αυτοί να συγκεντρώνονται στο υποβαθμισμένο κέντρο της Αθήνας και τις δυτικές συνοικίες. Και βέβαια, το ύψος του επιπέδου των δικαιωμάτων που παραχωρούνται θα πρέπει να συναρτάται με τον βαθμό της ένταξης στην ελληνική κοινωνία –εκμάθηση της γλώσσας, εκμάθηση της ελληνικής ιστορίας, κ.λπ.
Β. Λαμβάνοντας υπόψη τα ανοικτά ζητήματα των Βαλκανίων και της ευρύτερης περιοχής, θα πρέπει να αποφευχθεί η συσσώρευση μεταναστών στις παραμεθόριες περιφέρειες της χώρας, όπου θα πρέπει να οριστεί χαμηλότερο ποσοστό διαμονής μεταναστευτικού πληθυσμού.
Γ. Αγώνας για κατάργηση της Συνθήκης του Δουβλίνου, που υποχρεώνει την Ελλάδα να κρατάει το σύνολο των λαθρομεταναστών στο έδαφός της, και, παράλληλα, ενίσχυση της φύλαξης των συνόρων και επιστροφή των λαθρομεταναστών στις χώρες τους, με οικονομική ενίσχυση από το ελληνικό κράτος και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για να μπορέσουν να ζήσουν εκεί.
Δ. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, θα ήταν δυνατόν να υπάρχει μια φιλικότερη πολιτική απέναντι στους αποδεδειγμένα πολιτικούς πρόσφυγες και να μην τους παίρνει η μπάλα μαζί με τους λαθρομετανάστες.
Ε. Αγώνας στα πλάισια των διεθνών και ευρωπαϊκών οργανισμών και παρέμβαση στα κινήματα όλων των χωρών, για ουσιαστική βοήθεια στις χώρες του Νότου, και για αλλαγή του μοντέλου ανάπτυξης ώστε να μειωθούν τα μεταναστευτικά κύματα.
Είμαστε υποχρεωμένοι να αποσπάσουμε το ζήτημα της μετανάστευσης από τα χέρια της ακροδεξιάς, η οποία το χρωματίζει με ρατσιστική λογική και φρασεολογία, και να συγκροτήσουμε μια πλειοψηφική δημοκρατική πρόταση για το μεταναστευτικό, η οποία, παίρνοντας υπόψη πως η μεγάλη είσοδος είναι ήδη πραγματικότητα, θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει τη μεγάλη πρόκληση που συνιστά η μετανάστευση για τον ελληνικό λαό. Κάποια από τα στοιχεία που συγκροτούν αυτή την πρόκληση παρουσιάζουμε στο εκτενές αφιέρωμα που ακολουθεί. Ελπίζουμε να αποτελέσει τη βάση ενός βαθύτερου προβληματισμού, για ένα ζήτημα που πολλές φορές είχαμε θίξει μέχρι σήμερα, χωρίς όμως, ποτέ, να εμβαθύνουμε σε αυτό.
Είμαστε πεπεισμένοι πως, στην Ελλάδα, επειδή το μεταναστευτικό ζήτημα διαπλέκεται ουσιωδώς με τα λοιπά εθνικά ζητήματα, υπάρχει μια δημοκρατική πλειοψηφία που έχει αρχίσει να κατανοεί τη σοβαρότητα του ζητήματος και η οποία είναι διατεθειμένη να συζητήσει με όρους κοινωνικής συνοχής, εθνικής επιβίωσης, αλλά ταυτόχρονα ανθρωπιάς και αλληλεγγύης. Αυτή την ελληνική «μεσότητα», που βρίσκεται στην παράδοσή μας, θα πρέπει να επιστρατεύσουμε στον προβληματισμό μας, χωρίς να κρύψουμε τίποτε και χωρίς να φοβηθούμε τίποτε.

Άρδην
web design by optimize