Γιώργος Καραμπελιάς: Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού (Γ΄Έκδοση - Εναλλακτικές Εκδόσεις)

Συγγραφέας: 
Γιώργος Καραμπελιάς
Από την τρίτη συμπληρωμένη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Καραμπελιά που μόλις κυκλοφόρησε, δημοσιεύουμε δύο κεφαάλια από τις προσθήκες του συγγραφέα: Η πρώτη αφορά στη μεταβολή του Βυζαντίου από «κέντρο» σε περιφέρεια, εξαιτίας της οικονομικής της απομύζησης από τη Δύση και η δεύτερη  στις πνευματικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους Άραβες. Στη νέα, τελική, έκδοση περιλαμβάνονται σημαντικές και εκτενείς προσθήκες που αφορούν στην οικονομία, τις σχέσεις του Βυζαντίου με τη Ρώμη, τη μετεξέλιξη του αρχαίου ελληνισμού σε μεσαιωνικό, τις σχέσεις με τους Άραβες, καθώς και μια σημαντική εισαγωγή του Σπύρου Βρυώνη, γραμμένη το καλοκαίρι του 2007 όπως επίσης και περισσότερες εικόνες.
***
1. Από το κέντρο στην περιφέρεια: Οι μηχανισμοί της υπανάπτυξης
Η Φραγκοκρατία, στο οικονομικό και κοινωνικό πεδίο, σηματοδοτεί τη μετατροπή του Βυζαντίου, από οιονεί κέντρο της οικονομικής, πολιτιστικής και πολιτικής ζωής της Ευρώπης, σε «περιφέρεια» ενός νέου υπό διαμόρφωσιν «κέντρου», εκείνου της Δυτικής Ευρώπης. Δεν επρόκειτο απλώς για την πρώτη μεγάλη περιφερειοποίηση ενός μέρους του πλανήτη, με την οποία θα εγκαινιαστεί η δυτική αποικιοκρατία, αλλά, στο οικονομικό πεδίο, πρόκειται για τη γενέθλιο πράξη της ανάδειξης της Δύσης σε δυνητικό «κέντρο» της παγκόσμιας οικονομίας.

Όποιος παρατηρήσει με προσοχή αυτή τη διαδικασία, θα επισημάνει μηχανισμούς που επανελήφθησαν σε όλη τη μεταγενέστερη αποικιακή ιστορία της Δύσης και παρουσιάζουν αρχετυπικό χαρακτήρα1. Αρχικώς, στη σχέση της «μητρόπολης» με την «περιφέρεια», κυρίαρχη είναι η σχέση της άνισης ανταλλαγής και η απομύζηση των πόρων, η λεγόμενη «πρωταρχική συσσώρευση». Η Δύση απομυζά από τον αποικιακό χώρο προϊόντα πρωτογενούς παραγωγής, αλλά και βιοτεχνικά και βιομηχανικά προϊόντα. Η Ινδία αποτέλεσε έτσι για πολύ καιρό, κατά τον 18ο και τις αρχές του 19ου αιώνα, χώρα εξαγωγής υφασμάτων προς την Αγγλία, σε τιμές εξευτελιστικές, πολύ πριν η αγγλική βιομηχανία, σε μια μεταγενέστερη φάση, καταστρέψει την ινδική βιοτεχνία – όπως το περιέγραψε ο Μαρξ. Η Ιάβα και η Σουμάτρα θα αποτελέσουν περιοχές εξαγωγής μπαχαρικών, η Αφρική ξυλείας, ελεφαντόδοντου και σκλάβων, η Λατινική Αμερική χρυσού και αργύρου. Αυτή είναι η πρώτη φάση της απομύζησης και της υποταγής του αποικιακού χώρου.

Αποφασιστικό όπλο αυτής της υποταγής είναι ο αποικισμός της περιφέρειας και η εγκατάσταση Ευρωπαίων αποίκων σε αυτή: Βενετοί και Γενουάτες στο Βυζάντιο, Πορτογάλοι και Ολλανδοί στην Ινδονησία, Άγγλοι και Γάλλοι στην Ινδία, Άγγλοι, Ισπανοί, Γάλλοι, Ολλανδοί, Πορτογάλοι στην Αμερική. Και όπως είναι κατανοητό, η εγκατάσταση των εποίκων προϋποθέτει ή συνεπάγεται τη χρήση της στρατιωτικής ισχύος. Στη συνέχεια και μόνο, μετά από αιώνες υποταγής και καταστροφής της εγχώριας δευτερογενούς παραγωγής, εγκαθιδρύονται οι «ενάρετες» σχέσεις που περιέγραψε ο Άνταμ Σμιθ: Οι βιομηχανικές χώρες διαθέτουν πλέον το «συγκριτικό πλεονέκτημα» παραγωγής βιομηχανικών προϊόντων, και οι αποικιακές παραγωγής πρωτογενών. Έτσι, γράφει ο Άνταμ Σμιθ, είναι συμφέρον για την Πορτογαλία να παράγει κρασί το οποίο να εξάγει στην Αγγλία, ενώ η τελευταία, που διαθέτει «συγκριτικό πλεονέκτημα» στη βιομηχανική παραγωγή, να παράγει υφάσματα τα οποία να εξάγει στην Πορτογαλία2. Για τον Σμιθ και την κλασική πολιτική οικονομία, πρόκειται για μια «ισότιμη σχέση». Είναι εκείνη η «ισότιμη σχέση» που, στη συνέχεια, οι Σαμίρ Αμίν, Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν κ.ά. θα αποκαλέσουν άνιση ανταλλαγή3· δηλαδή, μέσα από την ανταλλαγή τυπικά ισοδύναμων ανταλλακτικών «αξιών», η χώρα της περιφέρειας υποτάσσεται στη χώρα του κέντρου, ή μάλλον μεταβάλλεται σε χώρα της περιφέρειας.

Στην περίπτωση των σχέσεων του Βυζαντίου με τη Δύση, και κατ’ εξοχήν την Ιταλία, μπορούμε, στη διάρκεια πέντε αιώνων, να αποτυπώσουμε αδρομερώς αυτή τη διαδρομή, που μετέβαλε τη Ρωμανία, από οικονομικό κέντρο της Μεσογείου, σε περιφέρεια. Η ανατροπή υπήρξε συνέπεια όχι κάποιων οικονομικών «πλεονεκτημάτων» της Δύσης,– αντίθετα, η Ανατολή υπερτερούσε οικονομικά– αλλά των σχέσεων κυριαρχίας που εγκαθιδρύθηκαν εξ αιτίας πολιτικών, δημογραφικών, κοινωνικών και στρατιωτικών εξελίξεων. Η οικονομία θα ακολουθήσει την κυριαρχία:

Κατά τον 10ο αιώνα, σύμφωνα με την πρώτη εμπορική συμφωνία ανάμεσα στο Βυζάντιο και τη Βενετία, το χρυσόβουλο του 992, τα ενετικά πλοία στον Βόσπορο υποβάλλονταν σε δασμό εξόδου επταπλάσιο από εκείνον της εισόδου, γεγονός που αντιστοιχούσε λίγο-πολύ σε μια σχέση εξαγωγών /εισαγωγών, επτά προς ένα4! Η Δύση εισάγει από την Ανατολή όχι μόνο πρώτες ύλες και τρόφιμα αλλά και βιοτεχνικά προϊόντα, κυρίως ακριβά υφάσματα, και εξάγει πρώτες ύλες (ξυλεία, μέταλλα και τρόφιμα), το δε εμπορικό έλλειμμά της καλύπτεται με αυξημένη εξαγωγή χρυσού και αργύρου προς το Βυζάντιο. Μόνο προς τα τέλη του 12ου αιώνα θα αρχίσουν στις εξαγωγές, π.χ. της Γένουας, να καταγράφονται και ορισμένα βιοτεχνικά είδη πολυτελείας5, ενώ από τον 13ο αιώνα θα επιταχυνθούν οι αλλαγές στη σύνθεση του εμπορίου, οι οποίες θα καταλήξουν στη οριστική αντιστροφή της σχέσης από τον 14ο αιώνα και μετά.

Πάντως, το εμπορικό ισοζύγιο θα συνεχίσει να παραμένει αρνητικό για τη Δύση, παρά την ποιοτική αλλαγή στη σύνθεση του εμπορίου. Παράλληλα, όμως, με τη στρατιωτική υπεροχή, οι δυτικοί είχαν κατορθώσει να διεισδύσουν στο εμπόριο και τις εσωτερικές επικοινωνίες του Βυζαντίου, με τη δημιουργία των εμπορικών αποικιών. Εκεί θα βρεθεί το «μυστικό» της λατινικής υπεροχής, και όχι σε κάποια ανύπαρκτη υπεροχή στην παραγωγή, την παραγωγικότητα, ή τις τεχνικές παραγωγής. Αυτά θα ακολουθήσουν αργότερα, από τον 14ο αιώνα και μετά: Ήδη, από τον 11ο αιώνα, θα αρχίσουν οι δυτικοί έμποροι-τυχοδιώκτες να εγκαθίστανται στις πόλεις του Βυζαντίου και κατ’ εξοχήν στην πρωτεύουσα. Με τα προνόμια, που τους παραχωρούνται για πολιτικούς λόγους, εκτοπίζουν σιγά-σιγά τους Έλληνες εμπόρους και εγκαθίστανται, σε τεράστιους αριθμούς, σε όλη τη Ρωμανία. Στην Πόλη, λέγεται ότι είχαν φθάσει, πριν το 1204, τα 60.000 άτομα.

Η ευημερία της Βενετίας οφειλόταν ακριβώς στο γεγονός ότι κατόρθωσε να διεισδύσει σε αυτό το δίκτυο των ανατολικών ανταλλαγών χάρη σε μια μακρά σειρά συνθηκών που άρχισαν το 1082 και της παραχωρούσαν απεριόριστη πρόσβαση στις αγορές της αυτοκρατορίας6.

Πόλεις-κλειδιά του βυζαντινού εμπορίου με την Κίνα, όπως ο Καφφάς (Θεοδοσία) στη Μαύρη Θάλασσα, εποικίζονται κυριολεκτικά από τους Γενουάτες. Και όταν οι Βυζαντινοί θα αντιδράσουν, στα τέλη του 12ου αιώνα, θα ακολουθήσει η ανοικτή στρατιωτική επέμβαση, το 1204.

Για την περίοδο που ακολουθεί το 1204, «πολλοί και διαφορετικοί είναι (ήταν) οι παράγοντες που δυσχέραιναν τη θέση των βιοτεχνών στις υστεροβυζαντινές πόλεις και περιόριζαν ασφυκτικά τις δυνατότητές τους: η παρουσία, στις αγορές των περισσοτέρων πόλεων, ειδών μαζικής κατανάλωσης που προέρχονταν από τη Δύση· ο αισθητός ανταγωνισμός εκ μέρους επήλυδων και πολιτογραφημένων τεχνιτών στις λατινικές συνοικίες και αποικίες…»7.

Ακόμα και η έξωση των Λατίνων, το 1261, από την Κωνσταντινούπολη «δεν σήμαινε και τον παραγκωνισμό» τους· «αντίθετα, σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας ποιοτικά φάσης της δυτικής οικονομικής παρουσίας», «με αποτέλεσμα, τα επόμενα χρόνια, να χειροτερεύσει αισθητά η θέση της οικονομίας των βυζαντινών πόλεων και προπάντων να περιοριστεί σημαντικά το πεδίο δράσης των τεχνιτών του», οι οποίοι όχι μόνο αναγκάζονται να δουλεύουν στις βενετικές και γενουατικές αποικίες αλλά και να μεταναστεύσουν στη Δύση – μια μετανάστευση ανάλογη με εκείνη των λογίων αλλά ελάχιστα έως καθόλου γνωστή. Στα τέλη του 13ου αιώνα, Βυζαντινοί αρχιμηχανικοί συμμετέχουν στην κατασκευή γεφυρών στην Κεντρική Ιταλία, τον 14ο αιώνα, γουναράδες από την Πόλη εργάζονται στη Ραγούζα και τη Γένουα, ναυπηγοί «κατέχουν καίριες θέσεις στα ναυπηγεία της Βενετίας και την αυλή της Γαλλίας», ενώ ο Λουδοβίκος εγκατέστησε, το 1470, Βυζαντινούς υφαντουργούς στην Τουρ κ.λπ.8.

Στην ίδια την Κωνσταντινούπολη, οι Βενετοί έχουν καταλάβει, σε έναν βαθμό, και το εσωτερικό εμπόριο και «γύρω στο 1320, οι βυζαντινοί τελωνειακοί υπάλληλοι προσπαθούν ακόμη με διάφορες παρεμβάσεις να εμποδίσουν τη χονδρική και λιανική πώληση ενδυμάτων και υφασμάτων εκ μέρους των Βενετών, όμως ήδη τότε η προσπάθειά τους έχει δονκιχωτικό χαρακτήρα»9. Έτσι, θα καταλήξει, στην τελευταία φάση, το Βυζάντιο να ενδυθεί τυπικά αποικιακά χαρακτηριστικά: Εξάγει ακατέργαστα πρωτογενή προϊόντα και εισάγει κατεργασμένα. Κατά τον 14ο αιώνα, μια πόλη όπως η Θεσσαλονίκη εξήγε προς τη Βενετία σχεδόν αποκλειστικά αγροτικά προϊόντα και εισήγε βιοτεχνικά10, ενώ η φημισμένη «υαλουργία της Κορίνθου παρήκμασε και υποκαταστάθηκε από προϊόντα της βενετικής υαλουργίας»11.

Επομένως, η μεταβολή του Βυζαντίου από «κέντρο» σε «περιφέρεια» προϋπέθετε τη στρατιωτική υποταγή του στις συνδυασμένες επιθέσεις της Ανατολής και της Δύσης και τον εποικισμό του από τους Λατίνους εμπόρους, τους Φράγκους φεουδάρχες, τους Τούρκους πασάδες και τους τυχοδιωκτικούς πληθυσμούς ολόκληρης της Δύσης. Μόνο μετά από τρεις ή τέσσερις αιώνες αποικιακής απομύζησης, θα αρχίσει η Δύση να εμφανίζεται ως «ανεπτυγμένη» και η Ανατολή ως υπανάπτυκτη. Η «υπανάπτυξη» πρέπει πάντα να κατασκευαστεί, και αποτελεί συνέπεια της ξένης κυριαρχίας.
.....................................
1. Βλέπε πάρα κάτω το υποκεφάλαιο «Σπουδή αποικιοκρατίας», στο Β΄ Μέρος.

2. Adam Smith, An Inquiry into the Nature and Causes of the Wealth of Nations, Bantam Classics, Νέα Υόρκη 2003, κεφ. 6.

3.  Βλ. Samir Amin, L’ Echange inιgale et la loi de la valeur, Αnthropos, Παρίσι 1973· Imm.Wallerstein, Capitalisme et ιconomie monde, 2 τόμ., Flammarion, Παρίσι 1980, 1984.

4. Αg. Pertusi (επιμ.), Venezia e il Levante..., ό.π.· Gino Luzzatto, Storia economica di Venezia dall’XI al XVI secolo, Officine grafiche Carlo Ferrari, Βενετία 1961, σ. 13.

5. John Day, «Το εμπόριο στην Ανατολική Μεσόγειο κατά τον Μεσαίωνα», στο Α. Λαΐου, Οικονομική Ιστορία..., ό.π., τόμ. 2ος, σσ. 613-623.

6. John Day, «Το εμπόριο…», ό.π., σ. 622.

7. Klaus Peter Matschke, «Η οικονομία των πόλεων (13ος-15ος αιώνας)», στο Α. Λαΐου (επιμ.), Οικονομική …., ό.π., τόμ. 2ος, σ. 176.

8. J. Harris, «Bessarion on shipbuilding: A re-interpretation», Byzantinoslavica 55/2 1994, σσ. 296 κ.ε. K. P. Matschke, «Η οικονομία των πόλεων…», ό.π., σ. 188.

9. Klaus Peter Matschke, «Ανταλλαγές, εμπόριο και χρήμα (13ος-15ος αιώνας)», στο Α. Λαΐου, Οικονομική…, ό.π., τόμ. 2ος, σ. 569.-

10. Ο. Tafrali, Topographie de Τhessalonique, Παρίσι 1913, σ. 140.

11. Αγγελική Λαΐου, «Επισκόπηση της βυζαντινής οικονομίας»…, ό.π., τόμ. 3ος , σ. 378.
***********
2. Άραβες και Βυζάντιο: Σύγκρουση και πολιτισμικές επιδράσεις
Σ τον ισλαμικό κόσμο, η ελληνική παράδοση θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αραβικού πολιτισμού της εποχής της ακμής. Οι Βυζαντινοί τεχνίτες θα συμμετέχουν εξ αρχής στην κατασκευή των μεγάλων αρχιτεκτονημάτων του αραβικού κόσμου, από τα μεγάλα τεμένη των Ομεϋάδων στη Δαμασκό, την Ιερουσαλήμ και τη Μεδίνα, στις αρχές του 8ου αιώνα, έως την κατασκευή του τεμένους της Κόρδοβα, τρεις αιώνες αργότερα. Ο χαλίφης Αλ-Ουαλίντ (705-715) όχι μόνο έφερε αρχιτέκτονες, τεχνίτες και υλικά από το Βυζάντιο, αλλά λέγεται ότι απείλησε τον αυτοκράτορα ότι θα καταστρέψει τις χριστιανικές εκκλησίες αν δεν τον βοηθούσε με υλικά και ανθρώπους1. Ο Άραβας συγγραφέας Αλ-Ιντρισί, το 1154, περιγράφει τον καταπληκτικό θόλο του τεμένους της Κόρδοβα, διακοσμημένο με έγχρωμα και χρυσοποίκιλτα μωσαϊκά, που έστειλε στον Ομεϋάδη χαλίφη της πόλης, Αλ-Νασίρ (912-961), ο βυζαντινός αυτοκράτορας.

Τα κείμενα της ελληνικής γραμματείας θα διοχετευθούν από το Βυζάντιο, που κυριαρχούσε στη Μ. Ανατολή μέχρι τον 7ο αιώνα, είτε μέσω της συριακής γλώσσας είτε απ’ ευθείας από τα ελληνικά. «Χωρίς το Βυζάντιο», λέει ο Gelzer (Byz. Kulturgeschichte 17), «οι Άραβες θα έμεναν σχεδόν βάρβαροι, όπως ήταν στην εποχή του Μωάμεθ. Βρήκαν όμως στην Αντιόχεια, την Αλεξάνδρεια και την Έδεσσα τα ελληνικά βιβλία»2, πολλά από τα οποία θα μεταφράσουν στα αραβικά, μετά τον 8ο και τον 9ο αιώνα, ενώ θα εισαγάγουν και πολλά βιβλία απ’ ευθείας από το Βυζάντιο3. Η εισαγωγή, μάλιστα, της κατασκευής και της χρήσης του χάρτου από Κινέζους αιχμαλώτους, το 751, βοήθησε εξαιρετικά το «μεταφραστικό κίνημα»4.

Ο Αββασίδης χαλίφης Αλ Μαμούν (813-833) –ο οποίος δημιούργησε στη Βαγδάτη έναν «Οίκο της Σοφίας», που περιλάμβανε πιθανώς μια ανώτατη σχολή, ένα αστεροσκοπείο, μια βιβλιοθήκη και ένα κέντρο μεταφράσεων– έπαιξε βασικό ρόλο σε αυτό το διαφωτιστικό έργο. Στον «Οίκο της Σοφίας», εγκατεστάθη ο Άραβας εγκυκλοπαιδιστής Αλ-Κιντί, ο επιλεγόμενος και «φαϊλασούφ-αλ-αράμπ», συγγραφέας και μεταφραστής τουλάχιστον 265 επιστημονικών συγγραμμάτων, τα οποία εμπνεύστηκε, αν όχι μετέφρασε, από ελληνικά έργα. Και από τους Άραβες και τους Εβραίους λογίους του αραβικού κόσμου, κατ’ εξοχήν της Ισπανίας, θα περάσουν και πάλι πολλά κείμενα των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων στη Δύση, μετά τον 10ο αιώνα.
Το μεταφραστικό έργο των Αράβων δεν περιλαμβάνει ολόκληρη την ελληνική γραμματεία, αλλά επικεντρώνεται στις θετικές επιστήμες –την ιατρική, τα μαθηματικά, τη γεωγραφία, την αστρονομία– και τη φιλοσοφία, ιδιαίτερα στον νεοπλατωνισμό και τα έργα του Αριστοτέλη, προπαντός τη λογική. Ιδιαίτερο βάρος έδωσαν στη μετάφραση συγγραμμάτων ιατρικής και φαρμακολογίας, δεδομένου ότι η ιατρική, που εφαρμοζόταν στη Βαγδάτη των Αββασιδών, ακολουθούσε κατά γράμμα την παράδοση του Γαληνού, όπου εξ άλλου το κεντρικό νοσοκομείο διοικείτο από την οικογένεια των Νεστοριανών χριστιανών Μποκτίσου5. Έτσι, μεταφράστηκαν και τα 128 βιβλία του Γαληνού, καθώς και το Περὶ ὕλης ἰατρικῆς του Διοσκουρίδη, του οποίου ένα υπέροχο αντίγραφο με μικρογραφίες «ζωγραφισμένες με τον καταπληκτικό βυζαντινό τρόπο» (γράφει ο Ιμπν Αμπί Ουσαϊμπίγια το 1270) αποτέλεσε επίσης δώρο του Βυζαντινού αυτοκράτορα στον χαλίφη Αλ-Νασίρ της Κόρδοβα, το 9486. Οι Νεστοριανοί7 θα παίζουν αποφασιστικό ρόλο στο μεταφραστικό και φιλοσοφικό κίνημα ακόμα και κατά τον 10ο αιώνα, όπως ο ιδρυτής της αριστοτελικής σχολής της Βαγδάτης, Ιμπν-Γιουνούς.

Οι αιτίες αυτού του μεγάλου μεταφραστικού κινήματος ήταν πολλαπλές και ξεφεύγουν από τα όρια αυτής της μελέτης8: Αρχικώς, ανταποκρινόταν στην ανάγκη των ηγετών μιας νέας μεγάλης αυτοκρατορίας να ξεπεράσουν τον αρχικό φυλετισμό των Αράβων, τον οποίο εν μέρει εξέφραζαν και οι Ομεϋάδες χαλίφες, και να ενσωματώσουν πληθυσμούς με πολύ υψηλότερο πολιτιστικό επίπεδο, τόσο ελληνικούς και ελληνόφωνους, όσο και Σύρους, Πέρσες κ.ά. Σε ένα τέτοιο εγχείρημα, ήταν απαραίτητες οι επιστημονικές  και φιλοσοφικές γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων· τόσο σε τομείς όπως η γεωμετρία, τα μαθηματικά, η ιατρική, η αστρονομία/αστρολογία, όσο και στη φιλοσοφία – τη λογική και τη διαλεκτική κυρίως, αναγκαίες στην καταπολέμηση των αιρέσεων και των αντιπάλων θρησκειών. Εξ άλλου, οι Αββασίδες θα προωθήσουν μια μάλλον ορθολογική αντίληψη του ισλάμ, όπου ο λόγος του χαλίφη, και επομένως τα κρατικά συμφέροντα, υπερέχουν έναντι των «γραφών».

Οι Άραβες των Αββασιδών, στον ανταγωνισμό τους με το Βυζάντιο, θα θελήσουν να τους «αποσπάσουν» την κληρονομιά των αρχαίων Ελλήνων, εγχείρημα που θα επαναλάβουν οι Δυτικοί μετά το 1453. Ήδη, η μεταφορά της πρωτεύουσας από τη Δαμασκό στη Βαγδάτη αποσκοπούσε και στην απομάκρυνση από την πολιτιστική επιρροή του Βυζαντίου και τη δημιουργία ενός νέου πρωτότυπου πολιτισμού. Πράγματι, στη Δαμασκό, οι πληθυσμοί παρέμεναν εν πολλοίς ελληνόφωνοι, η διοίκηση για πολλά χρόνια χρησιμοποιούσε την ελληνική γλώσσα και το βυζαντινό νόμισμα. Αντίθετα, στη Βαγδάτη, θα συγκροτηθεί ο κατ’ εξοχήν αραβικός πολιτισμός, έχοντας ενσωματώσει μεγάλο αριθμό στοιχείων και από την περσική παράδοση και αντικαθιστώντας –εν μέρει πραγματικά, εν μέρει φαντασιακά– τη βυζαντινή επίδραση με εκείνη των αρχαίων Ελλήνων. Εξ άλλου, οι επιδρομές κατά των Βυζαντινών πολλαπλασιάζονται κατά τον 9ο αιώνα σχεδόν σε καθημερινή βάση. Έτσι:

Οι Βυζαντινοί απεικονίζονται ως αντάξιοι των μουσουλμανικών επιθέσεων, όχι μόνο επειδή ήταν άπιστοι, αλλά επειδή ήταν ακόμη από πολιτιστικής απόψεως βυθισμένοι στο σκοτάδι και υποδεέστεροι όχι μόνο των μουσουλμάνων αλλά και των ίδιων των προγόνων τους, των αρχαίων Ελλήνων. Οι μουσουλμάνοι, αντιθέτως, ήταν ανώτεροι των Βυζαντινών όχι μόνο λόγω του ισλάμ, αλλά και επειδή εκτιμούσαν την επιστημονική γνώση και τη σοφία των αρχαίων Ελλήνων9. [ ]

Εξ άλλου, ο μεγάλος φιλόσοφος και μεταφραστής αλ-Κιντί (+ μετά το 870) θα κάνει ένα βήμα πάρα πέρα: θα επινοήσει μια γενεαλογία σύμφωνα με την οποία ο Γιουνάν, ο πρόγονος των αρχαίων Ελλήνων, παρουσιαζόταν ως αδελφός του Καχτάν, του προγόνου των Αράβων! Άρα, η καλλιέργεια του μεταφραστικού κινήματος συνιστούσε έναν «επαναπατρισμό» των επιστημών στην ευρύτερη οικογένεια των αρχικών ιδιοκτητών της11. 

Ο ρόλος, λοιπόν, των αραβικών μεταφράσεων, στη διάσωση και τη μετάδοση στη μεσαιωνική Δύση ενός μέρους της αρχαίας ελληνικής γραμματείας είναι σημαντικός, και ο Δ. Γούτας υποστηρίζει πως συνέβαλε και στην πρώτη «βυζαντινή Αναγέννηση», την εποχή του Φωτίου, με τη ζήτηση ελληνικών χειρογράφων που προηγήθηκε. Ωστόσο, δεν παύει να έχει και αυτή ως αφετηρία τον βυζαντινό κόσμο, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των μεταφραστών παρέμεναν χριστιανοί ή Έλληνες12.  Αλλά οι Άραβες δεν θα ενδιαφερθούν ιδιαίτερα για τον Πλάτωνα, ενώ η ποίηση, το θέατρο, η ρητορική, η ιστορία κ.λπ. θα διασωθούν μόνο στα βυζαντινά χειρόγραφα. Έτσι, «τουλάχιστον το 75% των γνωστών σήμερα Αρχαίων Ελλήνων κλασικών μάς έγιναν γνωστοί μέσω βυζαντινών χειρογράφων»13.

.........................................
1. Nadia Maria el Cheikh, Byzantium viewed by Arabs, Harvard UP, 2004, σσ. 54-57.

2. Β.Ν. Τατάκης, Η Βυζαντινή Φιλοσοφία, Σχολή Μωραΐτη, Αθήνα 1977, σ. 103.

3. N. M. el Cheikh, Byzantium viewed by Arabs, ό.π., σσ. 104-109.

4. Δημήτρης Γούτας, Η αρχαία ελληνική σκέψη στον αραβικό πολιτισμό. Το κίνημα των ελληνοαραβικών μεταφράσεων στη Βαγδάτη κατά την πρώιμη αββασιδική περίοδο (2ος-4ος / 8ος -10ος αιώνας, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2001, σσ. 17-18.

5. Speros Vryonis, «Byzantium and the Orient», Κυπριακαί Σπουδαί, τόμος ΞΖ΄-ΞΗ΄ (2003-2004), Λευκωσία 2005, σ. 51.

6. N. M. el Cheikh, Byzantium viewed by Arabs, ό.π., σσ. 194-195.

7. Δημήτρης Γούτας, Η αρχαία ελληνική σκέψη…, ό.π., σ. 19.

8. Το βιβλίο του Δ. Γούτα, ό.π., αποτελεί μια απόπειρα, πειστική από πολλές απόψεις, –αλλά όχι και στην αντιβυζαντινή του προκατάληψη– για να εξηγηθεί αυτό το κίνημα επί τη βάσει των εσωτερικών και εξωτερικών αναγκών μιας περίπλοκης κοινωνίας.

9. Δ. Γούτας, ό.π., σ. 120· N. M. el Cheikh, Byzantium…, ό.π., σσ. 103-109.

10. Πρτθ. από τον Δ. Γούτα, ό.π., σσ. 122-124, και την Ν.M. el Cheikh, ό.π., σ. 104.

11. Δ. Γούτας, ό.π., σ. 124. 

12. Έτσι ο χαλίφης Αλ-Μαχντί, που εγκαινίασε το μεταφραστικό κίνημα των Αββασιδών, ανέθεσε ακόμα και στον Νεστοριανό πατριάρχη Τιμόθεο Α΄, το 782, τη μετάφραση των Τοπικών του Αριστοτέλη. βλ. Δ. Γούτας, ό.π., σ. 86. 

13. Mich. H. Harris, History of Libraries in the Western World, Scarecrow 1995, σ. 77.

web design by optimize