Συγγραφέας:
Μαρία Πολυκάρπου
Το ξαφνικό καλοκαίρι της παρακμής
Η (τελικώς... διόλου) αιφνίδια «ακύρωση» του Τσίπρα από τον Αλαβάνο και η παρουσία του τελευταίου στο προχθεσινό ντιμπέιτ σηματοδοτούν με τον εναργέστερο τρόπο το τέλος της σύντομης άνοιξης του συμμαχικού σχήματος της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Βεβαίως η εξέλιξη αυτή –μαζί με την έμμεση προειδοποίηση του Αλαβάνου ότι δεν είναι σίγουρο πως ο Τσίπρας θα ηγηθεί του ΣΥΡΙΖΑ στις επόμενες βουλευτικές εκλογές– αποτελούν μόνο τη σηματοδότηση αυτού του τέλους και τίποτε περισσότερο. Η καθοδική πορεία προς τα πολιτικά Τάρταρα είχε διαγραφεί από καιρό.
Κατ’ αρχάς, σε όσους παρακολουθούν τις εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ είναι καθαρό ότι η πολιτική κατάρρευσή του δεν μπορεί να χαρακτηριστεί αποτυχία κυρίως του Τσίπρα. Αντιθέτως είναι μια ξεκάθαρη αποτυχία του Αλαβάνου. Αυτός επέλεξε να παραδώσει τον ΣΥΝ σε έναν πολιτικά ανεπαρκή νεαρό και τη ματαιόδοξη παρέα του. Αυτός όρισε το εκκεντρικό και αντιφατικό πολιτικό στίγμα του εγχειρήματος.
Όταν ο Αλαβάνος ανέλαβε την προεδρία του Συνασπισμού, είχε την ευκαιρία, με τη στήριξη του Αριστερού Ρεύματος, να ξεφύγει από την πολιτική ατζέντα της εποχής Κωνσταντόπουλου, η οποία, με τη συνδρομή των «ανανεωτικών», είχε ήδη καταντήσει παρακολούθημα της θεματολογίας των Εξαρχείων: «αντικαταστολή», «αντιεθνικισμός», «ανοιχτά σύνορα», «όχι στην Ευρώπη φρούριο», δικαιώματα και μειονότητες, προσαρμογή στις απαιτήσεις της Τουρκίας – και πέραν... ου.
Όλα αυτά, πασπαλισμένα με τις ιδιαίτερες (συναρτημένες με την επαγγελματική του δραστηριότητα) «ευαισθησίες» του Κωνσταντόπουλου περί διαπλοκής και την παραδοσιακή θεσμολαγνία των «ανανεωτικών», ήταν ο αχταρμάς που παρέλαβε ο νέος, τότε, πρόεδρος.
Κάποιες αφελείς εκτιμήσεις και προσδοκίες ότι ο Αλαβάνος θα άλλαζε τον προσανατολισμό του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ γρήγορα διαψεύστηκαν, αφού ο ίδιος, ως μετανοούσα Μαγδαληνή, ξεπούλησε εν μια νυκτί πολλά χρόνια τοποθετήσεων για τα εθνικά θέματα, ζήτησε σχεδόν... συγγνώμη που τάχθηκε κατά του Σχεδίου Ανάν πριν γίνει πρόεδρος και ταχύτατα πήρε πίσω κάθε προηγούμενη τοποθέτησή του στα ελληνοτουρκικά.
Το σημειολογικό αποκορύφωμα βεβαίως ήταν η... σταυροφορία του για το βιβλίο της Ιστορίας της 6ης Δημοτικού, στο πλευρό της Ρεπούση και των επιταγών του εκσυγχρονισμού, η οποία κατέληξε προ ημερών στην κωμωδία της αντιπαράθεσης με τον... Καρατζαφέρη για τον εθνικό ύμνο!
Ήταν ίσως η θεαματικότερη και η πιο αυτοεξευτελιστική κωλοτούμπα που έχουμε δει εδώ και πολλά χρόνια από πολιτικό σ’ αυτή τη χώρα. Έτσι η προσαρμογή στην πολιτική ατζέντα των Εξαρχείων ήταν ταχύτατη και ολοκληρωτική.
Οι παχιές αγελάδες
Η καθοριστική στιγμή αυτής της επιλογής ήταν οι κινητοποιήσεις για το άρθρο 16 και τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, η οποία προσέφερε στον ΣΥΡΙΖΑ τη μοναδική πολιτική του νίκη στις αρχές του 2007 και ταυτοχρόνως του εξασφάλισε τη μαγιά για την άνοδο στο 5% κατά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς.
Με αυτά τα... καύσιμα ο ΣΥΡΙΖΑ θεώρησε ότι είχε έρθει η ώρα για τη «μεγάλη επένδυση» στους «νέους». Σε μια πρωτοφανή έκρηξη ρητορικής κενότητας, οι «νέοι», εκτός από μια μάζα ενιαία και αδιαφοροποίητη, χωρίς αντιθέσεις και ταξικές διαφοροποιήσεις, περιεγράφονταν ως «γενιά των 700 ευρώ». Μια γενίκευση άστοχη, εξωπραγματική, ελάχιστα πολιτική, αλλά αρκούντως τηλεοπτική, η οποία πρόδιδε άγαρμπη κολακεία και, κατά έναν πολιτικά παρανοϊκό τρόπο, αγωνία για την ανάδειξη του νέου... επαναστατικού υποκειμένου!
Η επικοινωνιακή αυτή εφεύρεση ακολουθείται χρονικά από την κρίση του ΠΑΣΟΚ και την απαρχή της δημοσκοπικής έκρηξης του ΣΥΡΙΖΑ.
Τότε ο Αλαβάνος, προφανώς αδυνατώντας να κάνει μια στοιχειωδών προδιαγραφών πολιτική ανάλυση, αναγνώριζε μεν πως ο ίδιος δεν μπορεί να πάει το κόμμα πολύ ψηλότερα, θεώρησε – ενδεχομένως ορθώς – ότι είχε έρθει η ώρα ο ΣΥΝ να περάσει στη διαχείριση μιας νέας γενιάς στελεχών, αλλά, τελικά, τον παρέδωσε στον πολιτικά ανύπαρκτο Τσίπρα και το... Δίκτυο.
Η επιλογή του Τσίπρα υπάκουσε εξαρχής στις ανάγκες του τηλεοπτικού και εν γένει μιντιοκρατικού θεάματος αποδίδοντας αποτελέσματα πέραν των προσδοκιών στις δημοσκοπήσεις, οι οποίες ακολούθησαν επί έναν χρόνο την κρίση ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ και την επανεκλογή του Γιωργάκη. Αποκορύφωμα το περίφημο 18%, το οποίο αποτέλεσε την αρχή του τέλους για το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ.
Μόνο που κανείς τότε δεν είχε την ικανότητα να αντιληφθεί την πολιτική ανεπάρκεια του εγχειρήματος, το αδιέξοδο και την επερχόμενη κατάρρευση. Πλην ελαχίστων σ’ αυτές εδώ τις σελίδες, οι οποίοι, κόντρα στο ρεύμα, εκτιμήσαμε σωστά, την ώρα της τρελής ανόδου μάλιστα, ότι αυτή δεν θα κρατούσε πολύ – και για ποιους ακριβώς λόγους...
Τα αίτια της ανόδου
Το πρώτο που δεν αντιλήφθηκαν στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν οι αιτίες αυτής της ανόδου. Κανείς δεν κατάλαβε ότι η στροφή πολλών οπαδών του ΠΑΣΟΚ προς την Κουμουνδούρου εμπεριείχε το αίτημα όχι απλώς μιας μελλοντικής κυβερνητικής συνεργασίας, αλλά –κυρίως– της πολιτικής και προγραμματικής ανανέωσης ενός ΠΑΣΟΚ το οποίο ακόμη και σήμερα, στον δρόμο προς την εξουσία, παρακμάζει, βουλιάζοντας σε έναν προ πολλού εξαντλημένο κυβερνητισμό.
Το αίτημα αυτό, παρεμπιπτόντως, περιέγραφε επακριβώς το όριο της πολιτικής ταυτότητας –και δυνατότητας– του ΣΥΝ κυρίως, και του ΣΥΡΙΖΑ δευτερευόντως. Και σταματούμε ακριβώς εδώ, χωρίς να μπαίνουμε στη μεγάλη συζήτηση για το αν η ελληνική κοινωνία χρειαζόταν έναν πασοκικό επαναπροσδιορισμό αυτού του είδους και περιεχομένου.
Ανίκανοι να καταλάβουν το αιτούμενο, Αλαβάνος και Τσίπρας, οιστρηλατημένοι πότε από την υπερφίαλη και εκ των πραγμάτων ανεδαφική προοπτική μιας «κυβέρνησης με πυρήνα τη ριζοσπαστική Αριστερά» και πότε από την «εξέγερση» του Δεκέμβρη, περιέπεσαν με τρομακτική ευκολία σε ένα εν τέλει απωθητικό πολιτικό αλαλούμ, με τραγικά λάθη.
Έτσι είδαμε με έκπληξη κάποιους παλιούς ρηγάδες και διάφορους γερασμένους στο γραφειοκρατικό φρούριο του Περισσού να παίζουν στους δρόμους –αλλά κυρίως στα... μπαρ– της Αθήνας ένα παιχνίδι το οποίο ήταν εξαρχής φτιαγμένο και ελεγχόμενο από άλλους, τους αντιεξουσιαστές εν προκειμένω, χρόνια ψημένους στον ανταρτοπόλεμο των οδομαχιών.
Αυτή η πολιτική αφροσύνη του ΣΥΡΙΖΑ ήταν απολύτως φυσιολογικό να του στοιχίσει ακριβά. «Τώρα στα γεράματα μάθε γέρο γράμματα». Αυτή την απλή παροιμία αν λάμβαναν υπ’ όψιν, ίσως κάτι να είχαν περισώσει από την πολιτική τους αυτογνωσία.
Μπροστά στην κρίση
Τώρα, λοιπόν, έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να θεωρεί μεγάλη επιτυχία το 7% (σε ευρωεκλογές μάλιστα), το οποίο ίσως είναι κάτω από το 6% στις εθνικές, με προοπτική περαιτέρω μείωσης. Εγκλωβισμένος στις εσωτερικές συγκρούσεις του, οι οποίες θα ενταθούν εξαιτίας πολλών παραγόντων, κινδυνεύει να ζήσει πρωτοφανούς έντασης εσωτερικές συγκρούσεις την επόμενη περίοδο. Η πιθανότητα να περάσει αβρόχοις ποσί το κατρακύλισμα δεν είναι πολύ ισχυρή...
* Μετά τις ευρωεκλογές, ο τελειωμένος πια ανταγωνισμός με το ΚΚΕ για την τρίτη εκλογική θέση θα αντικατασταθεί από την αγωνία να κρατήσει τουλάχιστον την τέταρτη, η οποία βρίσκεται ήδη εν κινδύνω, αφού, μετά το διαζύγιο του ΣΥΡΙΖΑ με την τηλεοπτική θεαματικότητα, τη θέση του ήδη πήρε στις οθόνες το ασύλληπτης γελοιότητας συνονθύλευμα του Τρεμόπουλου, το οποίο μάλιστα πριν από λίγο καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ είχε αρνηθεί να απορροφήσει ή να συνεργαστεί μαζί του.
* Οι «ανανεωτικοί» δεν θα μπορέσουν να χωνέψουν έναν ακόμη πολιτικό παραμερισμό. Άλλωστε είναι πολιτικός σολοικισμός η διενέργεια δημοψηφίσματος για την ανάδειξη των επικεφαλής της ευρωλίστας όταν η μοναδική (μάλλον...) εκλόγιμη θέση πλην της πρώτης δίνεται με... ορισμό. Βάλτε στον λογαριασμό και τη γενικότερα επιθετική στάση έναντι μιας πτέρυγας η οποία φέρνει μεγάλο ποσοστό ψήφων στο κόμμα και το συμπέρασμα είναι αβίαστο.
* Η σύγκρουση μεταξύ Αλαβάνου και Τσίπρα, η οποία ενδέχεται να κλιμακωθεί, δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα του νεαρού αρχηγού. Τα μέτωπά του είναι πολλά και εντοπίζονται ακόμη και στη στενή ομάδα των συνεργατών του.
* Το μεταναστευτικό βρίσκεται μια ανάσα πριν από την έκρηξή του και ο ΣΥΡΙΖΑ θα δοκιμαστεί πολύ σκληρά. Όπως άλλωστε και ο Καρατζαφέρης, για εντελώς διαφορετικούς λόγους – αλλά αυτή είναι μια άλλη, μεγάλη συζήτηση...
* Η –επίσημη πλέον– αναβάθμιση της Τουρκίας στην περιοχή μας και η αναμενόμενη κλιμάκωση της επιθετικότητάς της θα επιφέρουν ένα ακόμη πολιτικό χτύπημα σε μια Αριστερά καταδικασμένη να κινείται στον βάλτο του ενδοτισμού.
* Η πορεία του ΠΑΣΟΚ προς την εξουσία, όσο δύσκολη κι αν αποδειχτεί, θα απαιτήσει την –απότομη ή βαθμιαία– συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ, η αντίσταση στην οποία δεν είναι δυνατή χωρίς προτάγματα, πρόγραμμα, συνοχή, κομματικό μηχανισμό, αξιόπιστη ηγεσία. Στοιχεία τα οποία εξασθενούν συνεχώς.
Κάπως έτσι οι μέρες των παχέων αγελάδων τελειώνουν και επισήμως, ανεξάρτητα μάλιστα από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών.
Η Αριστερά της... τηλεόρασης φτάνει στο τέλος της. Το δυστύχημα γι’ αυτήν είναι ότι μεγάλες πολιτικές ευκαιρίες εμφανίζονται σπανίως. Ίσως δε για τη συγκεκριμένη Αριστερά παρόμοια ευκαιρία, όπως αυτή που τόσο άδοξα σπαταλήθηκε εξαιτίας της ανικανότητας της ηγεσίας της, να μην υπάρξει στο μέλλον...
Η Ρήξη κυκλοφορεί από το Σάββατο στα περίπτερα όλης της χώρας.