Το δάνειο από τη Γαλλική Επανάσταση σχήμα των ταξικών στρατοπέδων και συμμαχιών, καθώς και ένας δυτικόστροφος «προοδευτισμός», αδυνατούν να ερμηνεύσουν την ελληνική πραγματικότητα. Η αδυναμία τους καταδεικνύεται με ενάργεια μέσα από την αποτυχία τους να ερμηνεύσουν μια σειρά από επεισόδια που σημειώθηκαν στη Σμύρνη από τα μέσα του 18ου αιώνα, το 1761, έως την κορύφωσή τους, το 1819-20, λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης.
Η Σμύρνη, και οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, συνιστούν έναν μεγεθυντικό φακό για τον προεπαναστατικό ελληνισμό, ιδιαίτερα δε για την υφή του Ελληνικού Διαφωτισμού και τις σχέσεις του με τις ανώτερες τάξεις, την Εκκλησία και τα λαϊκά στρώματα. Εξ άλλου σε αυτές αναμείχθηκε και ο καταγόμενος από τη Σμύρνη Κοραής, και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, δηλαδή οι δύο εμβληματικότερες μορφές του διπόλου, Εκκλησία και Διαφωτισμός, της προεπαναστατικής Ελλάδας.
Τέλος, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρείας συζήτησης και πολλών σχετικών κειμένων, βιβλίων και άρθρων, ορισμένα από τα οποία επιχειρούν –στα πλαίσια ενός γενικότερου αναθεωρητικού εγχειρήματος– να ανασκευάσουν τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα· είναι λοιπόν αναγκαία η κριτική διερεύνηση τους και, κάποτε, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.
Ο Ρήγας Φεραίος ως… «Επιχειρηματίας»
Όμως, η επιμονή στο παιδευτικό έργο των «διαφωτιστών», δεν πρέπει να κρύβει από τον ορίζοντά μας το γεγονός πως, καθ’ όλη την ιστορική περίοδο που εξετάζουμε, κοινή ήταν η δίψα όλων των ελληνικών κοινωνικών ομάδων για παιδεία. Ο Κοσμάς Αιτωλός υπήρξε ο μεγαλύτερος ιδρυτής νέων σχολείων στην ιστορία μας, ο Αθανάσιος Πάριος ήταν ένας ακάματος δάσκαλος και σχολάρχης, μέχρι το 1811, του μεγαλυτέρου εκπαιδευτικού ιδρύματος του νέου ελληνισμού, της Χίου, ενώ η Εκκλησία διατήρησε ως το τέλος τον εθναρχικό ρόλο της στα εκπαιδευτικά ζητήματα· παράλληλα, υποχρεωτική ήταν η συνύπαρξη και η συνταύτιση των Ελλήνων έναντι της τουρκοκρατίας. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα, ως προς τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του νεώτερου, προεπαναστατικού, ελληνισμού, ήταν μία σύνθεση μεταξύ αρχαίας ελληνικής γραμματείας, δυτικού διαφωτισμού και ορθόδοξης-βυζαντινής παράδοσης. Εν τούτοις αυτή η σύνθεση, εξ αιτίας του ανολοκλήρωτου και διάσπαρτου χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, πραγματοποιείται μάλλον ως εκλεκτισμός και ως ταυτόχρονη επιλογή διαφορετικών στοιχείων, από τις τρεις αυτές παραδόσεις, και όχι ως δημιουργία ενός νέου συνθετικού προτάγματος.
Αυτή την ιδιαιτερότητα αδυνατούν να κατανοήσουν οι σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί της «διαφωτιστικής» παράδοσης. Χαρακτηριστικά, ο κατά τα άλλα αξιόλογος νεοελληνιστής Richard Clogg, αναφερόμενος στον σημαντικό λόγιο του 18ου αι. Νικόλαο Ζερζούλη, διερωτάται:
Μια πιο διφορούμενη περίπτωση, η οποία αποδίδει με ενάργεια τον βαθμό στον οποίο παραδοσιακές και σύγχρονες μορφές σκέψης θα μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, είναι εκείνη ενός Βλάχου από το Μέτσοβο, του Νικόλαου Ζερζούλη (Νικολάε Σερσέλ). Ο Ζερζούλης σπούδασε για εφτά χρόνια στη Δυτική Ευρώπη, και απέκτησε μια γερή γνώση της λατινικής, της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας. Αφού διηύθυνε την Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιον Όρος για ένα διάστημα ως διάδοχος του Ευγένιου Βούλγαρη, μετακινήθηκε στη Μολδαβία για να αναλάβει τη διεύθυνση της πριγκηπικής Ακαδημίας μέχρι τον θάνατό του το 1772. Δεν θεωρούσε καθόλου αντιφατικό το να μεταφράζει έργα του Κρίστιαν Βολφ για την αριθμητική, τη γεωγραφία και την τριγωνομετρία, για την πειραματική φυσική του οπαδού του Νεύτωνα Πήτερ Βαν Μούσενμπροκ, ακόμα και ένα μέρος των Βάσεων του Νεύτωνα, και ταυτόχρονα να συνθέσει το 1767 το: Ἑρμηνεία περί ἀναστάσεως Κωνσταντινουπόλεως, σύντομος εἰς τοὺς χρησμοὺς Λέοντος τοῦ Σοφοῦ[1].
Είναι ολοφάνερη η αδυναμία του Άγγλου νεοελληνιστή να κατανοήσει τον «εκλεκτισμό» και τις «αντιφάσεις» του Ζερζούλη, που από τη μία πλευρά μετέφραζε κείμενα διαφωτιστών και από την άλλη εξέδιδε τους «Χρησμούς» του Λέοντα του Σοφού και του Στεφάνου Αλεξανδρείας, για την ανάσταση του γένους, σύμφωνα με τους οποίους η Κωνσταντινούπολη επέπρωτο να απελευθερωθεί το 1774 από τους Ρώσους [ ].
Τα χειρότερα, όμως, στα χέρια των «φωταδιστών» ιστορικών, θα τα υποστεί ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος, εξ αιτίας της έκδοσης των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Κατ’ αρχάς, αυτή η έκδοση αγνοείται από τη συντριπτική πλειοψηφία τους, ή στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται. Ποια όμως τύχη τον περιμένει στα χέρια εκείνων που αναγνωρίζουν το γεγονός; Γράφει ο Π. Κιτρομηλίδης:
Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Ρήγας προσπάθησε να μεταδώσει το μήνυμά του, εκδίδοντας, προφανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του εκδοτικού του προγράμματος το 1790, τις προφητείες του Αγαθάγγελου, που προέβλεπαν την επερχόμενη ανάσταση του γένους. Αρχικά συνταγμένες από τον Θεόκλητο ΙΙολυείδη γύρω στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, όπως είδαμε, οι προφητείες αυτές αποτελούσαν δημοφιλές ανάγνωσμα που κυκλοφορούσε πλατιά σε χειρόγραφα αντίγραφα. [ ]
Δημοσιεύοντας τις προφητείες τον ίδιο χρόνο που δημοσίευσε το Φυσικής Απάνθισμα και το Σχολείον των ντελικάτων εραστών, ο Ρήγας προφανώς δεν υπαναχωρούσε σε κάποιο είδος παραδοσιακής χιλιαστικής ιδεολογίας. Αντίθετα, η έκδοση του Αγαθαγγέλου… αποτελούσε ένδειξη της επίγνωσης που διέθετε, ότι οι πολιτικές επιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνo τις κοινωνικά και ιδεολογικά προηγμένες ομάδες που… μπορούσαν να δώσουν ηγέτες και να οραματιστούν στόχους, αλλά μόνες τους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιτυχία μιας επαναστατικής εξέγερσης. Από την επίγνωση αυτής της πραγματικότητας πήγαζε η επιθυμία του Ρήγα να απευθυνθεί στις πλατύτερες μάζες του πληθυσμού, μιλώντας τους στη δική τους συμβολική γλώσσα, έτσι ώστε να μπορέσει να ανακινήσει τους πόθους που ξεπηδούσαν από τα βάθη της συλλογικής τους μνήμης και της εμπειρίας τους[2].
Έτσι, η έκδοση του Αγαθαγγέλου, όπως και της προσωπογραφίας του Αλεξάνδρου που εξέδωσε την ίδια εποχή, προσγράφεται σε μια απόπειρα «κινητοποίησης» των λαϊκών στρωμάτων από μέρους της «επαναστατικής διανόησης», σύμφωνα με το γνωστό σχήμα της σχέσης «πρωτοπορίας-μαζών». Πιθανώς. Ωστόσο, όπως έχουμε δει και στον Θούριο και στη Νέα Πολιτική Διοίκησι, η άποψη του Ρήγα υπήρξε μια συνθετική άποψη που επιχειρούσε να συνδυάσει, ή μάλλον να υπερβεί, την αντίθεση Ανατολής-Δύσης, λόγιων και λαϊκών δυνάμεων σε μια πρωτότυπη κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, η έκδοση των Χρησμών εντάσσεται στη συνολική του αντίληψη και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πίστευε ο ίδιος για το περιεχόμενό τους. Το πιθανότερο είναι μάλλον το αντίστροφο! Ο Ρήγας, ως επαναστάτης διανοούμενος της εποχής του, και όχι ως ιστορικός των ιδεών, που διακόσια χρόνια αργότερα προσπαθεί να ερμηνεύσει την «αντικειμενική» λειτουργία απόψεων και ιδεών, «πίστευε» ο ίδιος στους χρησμούς για τα πεπρωμένα του γένους.
Μάλιστα, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας πως εξέχοντες διαφωτιστές, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις υποστήριζαν την ύπαρξη των θαυμάτων[3], ενώ ακόμα και ο Κοραής, στην «Αδελφική Διδασκαλία», θα υποστηρίζει την καταγωγή των Αγαρηνών (Τούρκων) από την Άγαρ της Παλαιάς Διαθήκης[4]. Οι επαναστατικές πρωτοπορίες «πιστεύουν» πάντοτε στον ίδιο τον επαναστατικό τους μύθο, διότι διαφορετικά δεν μπορούν «να ενωθούν με τις μάζες». Η αντίληψη της «πρωτοπορίας» ως μιας δύναμης που «εξαπατά» ή «χρησιμοποιεί» τις μάζες είναι έκφραση, πάντα, μιας a posteriori και livresque ερμηνείας των επαναστατικών δεδομένων, συνήθως μετά την πτώση του επαναστατικού πυρετού και την εμφάνιση της αναπόφευκτης «Θερμιδώρ». [ ]
Και όμως, η νεώτερη «φωταδιστική» ιδεολογία, στην επιθυμία της να αποσιωπήσει ή να υποβαθμίσει αυτή την «βυζαντινή» διάσταση του Ρήγα, φτάνει ακόμα πιο μακριά: Έτσι, ο Κρις Γουντχάουζ, που, εκτός από υπαρχηγός της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα κατά τον πόλεμο, θεωρείται και ένας εξέχων Άγγλος νεοελληνιστής, στη βιογραφία του Ρήγα, υποστηρίζει πως «Η έκδοση των Προφητειών παραμένει αναπόφευκτα μια μορφή ανωμαλίας στη λόγια παραγωγή του» και «ίσως η πιο σωστή εξήγηση να είναι και η πιο απλή, ότι δηλαδή την εκπόνησε για καθαρά εμπορικούς λόγους, για να αποκομίσει κέρδη από ένα ενδεχόμενο μπεστ σέλλερ». Και η αφοπλιστική κατακλείδα: «Σε τελική ανάλυση, ο Ρήγας ήταν πάντα ένας επιχειρηματίας»!!! Έτσι, με το πρακτικό αγγλικό πνεύμα, που συνιστά την επιτομή του εργαλειακού Διαφωτισμού, λύθηκε το «μυστήριο» της έκδοσης του Αγαθαγγέλου – παρεμπιπτόντως και το συναφές του Ρήγα, ως «επιχειρηματία»![5]
Σελ. 177-182
[1] Βλ. Richard Clogg, «The Byzantine legacy in the modern Greek world», Anatolica…, ό.π., σ. ΙV, 261.
[2] Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός…, ό.π., σσ. 308-310.
[3] Βλέπε την «Επιστολή» του περί θαυμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γραμμένη το 1760. Αναφέρεται από τον Άλκη Αγγέλου, «Περί Αγίων, Εικόνων και Θαυμάτων», στο Των Φώτων, MIET, Αθήνα 1999, σσ. 157-188.
[4] Βλ. Γιώργος Βελουδής, Εισαγωγή στην Διήγησι Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977, σ. κε΄.
[5] Βλ. C.M. Woodhouse, Ρήγας Βελεστινλής, ο πρωτομάστορας της Ελληνικής Επανάστασης, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1997, σσ. 67-69.
Σχόλια
Ορθόδοξη Εκκλησία και Νεοελληνικός Διαφωτισμός
Για το βιβλίο