Κοραής και Γρηγόριος Ε΄: Κοινωνικές συγκρούσεις και διαφωτισμός στην προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820)

karabelias_smyrni.jpg
Συγγραφέας: 
Γιώργος Καραμπελιάς

 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

                                           

ΠΡΟΛΟΓΟΣ            

Ι.  Ο ΜΕΓΕΘΥΝΤΙΚΟΣ ΦΑΚΟΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ  

7

9

Η Σμύρνη ως επιτομή του μεταπρατισμού        

Η ημιαποικιακή δομή και οι Έλληνες           

14

22

Ταξική διαστρωμάτωση και κινητικότητα      

30

ΙΙ. ΟΙ ΠΡΟΥΧΟΝΤΕΣ, Ο ΟΧΛΟΣ, Ο ΛΟΓΙΟΣ     

Ο ύμνος της κοινωνικής ιεραρχίας               

Κοραής και Γρηγόριος                        

39

41

46

ΙΙΙ. Η ΔΙΑΜΑΧΗ ΤΩΝ ΓΥΜΝΑΣΙΩΝ            

Ένας αντικληρικαλικός λίβελος                 

61

64

Νεομάρτυρες και «κοσμικοί»                  

Προτεσταντισμός και διαφωτισμός               

83

93

Ένας αναγκαίος «ιστορικός συμβιβασμός»       

ΙV. Η ΜΕΓΑΛΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ 1819       

99

105

Διαφωτισμός και…τοκογλυφία           

«Ολιγαρχικοί» και «δημοτικοί»          

112

129

V. Η ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΣΥΝΘΕΣΗ       

Η ταξική υφή του διαφωτισμού          

147

155

Από τον Ρήγα στον… Μαυροκορδάτο   

Ο ελληνικός «εκλεκτισμός»           

160

177

Παράδοση και μετακένωση           

ΕΠΙΛΟΓΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ           

182

189

 

 

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η μελέτη που παρουσιάζεται σε αυτόν τον μικρό τόμο αποτελεί μέρος του υλικού μιας ευρύτερης εργασίας για την ιστορία των ιδεών στην προεπαναστατική Ελλάδα – συνέχεια της μελέτης, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού–, και η οποία θα αναπτυχθεί σε δύο, τουλάχιστον, τόμους, υπό τον γενικό τίτλο, Η Αναγέννηση του νεώτερου ελληνισμού, 1700-1922.

Πιστεύω πως το υλικό που αφορά στη Σμύρνη και στις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, αποτελεί μια παραδειγματική απεικόνιση ενός μεγάλου μέρους των προβλημάτων του προεπαναστατικού ελληνισμού, κατ’ εξοχήν δε της υφής του Ελληνικού Διαφωτισμού και των σχέσεών του με τις ανώτερες τάξεις, την Εκκλησία και τα λαϊκά στρώματα. Εξ άλλου σε αυτές αναμείχθηκαν, και ο καταγόμενος από τη Σμύρνη Κοραής,  και ο μετέπειτα πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, ο οποίος έζησε εκεί μεγάλο μέρος της ζωής του, – δηλαδή οι δύο εμβληματικότερες μορφές του διπόλου Εκκλησία και Διαφωτισμός της προεπαναστατικής Ελλάδας.

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια, η προεπαναστατική Σμύρνη έχει αποτελέσει αντικείμενο μιας ευρείας συζήτησης και πολλών σχετικών κειμένων, βιβλίων και άρθρων, ορισμένα από τα οποία επιχειρούν –στα πλαίσια ενός γενικότερου αναθεωρητικού εγχειρήματος– να ανασκευάσουν τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα· είναι λοιπόν αναγκαία η κριτική διερεύνηση αυτών των απόψεων και, κάποτε, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

 Είναι, εντούτοις, προφανές, πως σε μια ευρύτερη εργασία δύσκολα θα μπορούσε να περιληφθεί το σύνολο των στοιχείων. Καθώς, όμως, πιστεύουμε ότι παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον και όχι μόνο για τους μελετητές, –δοθέντος ότι η Σμύρνη συνιστά κατά κάποιον τρόπο ένα «παρατηρητήριο» του συνόλου ελληνισμού και της μοίρας του, ένα κλειδί που μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε το «μυστήριο» της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας και ιδεολογίας μέχρι τις μέρες μας– επιλέξαμε να παρουσιάσουμε στο σύνολό του το σχετικό υλικό, υπό τη μορφή μιας αυτοτελούς μελέτης. 

 

Γ.Κ.

Μάϊος 2009

 

 

Σχόλια

Ορθόδοξη Εκκλησία και Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Στο εξαιρετικό βιβλίο που τελειταία μας έδωσε ο κ. Γ. Καραμπελιάς - ομολογώ ότι ο λόγος του εκπλήσει όχι μόνον τον ειδικό της εποχής που καταγίνεται, αλλά και τον μη ειδικό - ας μου επιταπούν μερικές διαπιστώσεις. Είναι κοινώς αποδεκτό το γεγονός ότι η μελέτη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού έχει αλλάξει, δραματικά νομίζω, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Πιστεύω προς το καλύτερο. Τούτο οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους. Η όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στις πηγές της εποχής του 18ου και 19ου αιώνα, έχει αντικαταστήσει τη μονομερή θεώρηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού από ιστορικούς και ερευνητές, που παλαιότερα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των γνώσεών μας γι’ αυτόν. Επιπροσθέτως, η αυξανόμενη βιβλιογραφία μας επιτρέπει να τον αποτιμήσουμε καλύτερα, εκ των έσω, μιας και οι νέες τεχνικές στην ιστορική επιστήμη μας βοηθούν να εκμεταλλευτούμε την πληθώρα τούτων των καταγραφών, ζωντανεύοντας και καθιστώντας πιο σύνθετη την ιστοριογραφία περί Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Οι παραπάνω διαπιστώσεις μπορούν να κατανοηθούν σε βάθος αν λάβουμε υπόψη και μια γενικότερη ιστοριογραφική παρατήρηση. Η ιστοριογραφία στον ελληνικό χώρο έχει μακρά διάρκεια και παρουσιάζει αρκετές παλινδρομήσεις. Με μια διαδρομή που αρχίζει από τα μέσα του 18ου αιώνα και φτάνει μέχρι σήμερα στηρίζεται σε δύο πυλώνες, αντιμαχόμενοι πολλές φορές και οι δύο με ασυνήθιστη σφοδρότητα, συχνά ανοίγουν το ζήτημα της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού. Ο πρώτος πυλώνας έχει φιλοδυτική, ο δεύτερος αντιδυτική τάση. Υπό το μανδύα του προοδευτισμού ο πρώτος και του συντηρητισμού και σκοταδισμού ο δεύτερος, εδώ και δύο αιώνες εκπροσωπούν και καλλιεργούν νοοτροπίες «μέσα στο κλίμα ενός πολιτισμού, ο οποίος γυρεύει την ταυτότητά του και επιδιώκει την ένταξή του σε μια ευρύτερη ιστορική κοίτη», που άμεσα σχετίζεται με αυτό που σήμερα ονομάζουμε ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι μεν δυτικόφιλοι, στην εδώ περίπτωσή μας οι διαφωτιστές, προβάλλουν τη Δύση ως «είδωλο», ο δε αντιδυτικοί, εδώ οι αντιδιαφωτιστές, προβάλλουν τη Δύση ως «σκιάχτρο και μορμολύκειο». Δεδομένου ότι ο μετεωρισμός αυτός ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, για πολλά χρόνια κυοφόρησε και γέννησε το ιδεολόγημα το που ανήκει ο Ελληνισμός, με τις απροσδόκητες θα ‘λεγα μεταμορφώσεις του, γεγονός είναι ότι «δεν λείπουν ποτέ οι ευρύτερες θεωρήσεις για μια επιλογή των λύσεων εκείνων που είναι σύμφορες και σωτήριες», όχι μόνο για τη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα, αλλά και την πραγματικότητα που είναι παράλληλη με τον 18ο και 19ο αιώνα. Μέριμνα τούτων είναι η ουσιαστική συμβολή τους στη συζήτηση για απεμπλοκή από το μανιχαϊστικό σύνδρομο, του δίπολου «φωταδισμός» - «σκοταδισμός». Είναι προφανής λοιπόν εδώ η διαπίστωση: η αδυναμία ουκ ολίγων ιστορικών και ερευνητών, μέσα από την τραγελαφική διελκυστίνδα της κλασικής αντιπαράθεσης, «προοδευτικοί – συντηρητικοί», «διαφωτιστές – αντιδιαφωτιστές» λόγιοι, στα χρόνια ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, να διαβλέψουν και στον κατ’ επίφαση «συντηρητικό» χώρο τάσεις «εκκλησιαστικού διαφωτισμού», σύνθεσης ιδεολογικών ρευμάτων, που δεν έφεραν τη ρωμηοσύνη παθητικά αντιμέτωπη με το «φωτισμένο» κόσμο της Δύσης. Εκείνο ωστόσο που οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε είναι το εξής: σπουδάζουμε, την ιστορία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με αφετηρία τα μέσα του 18ου αιώνα. Τότε δηλαδή, που η νεοελληνική κοινωνία και παιδεία, αρχίζει σιγά - σιγά, απέναντι στη μακρόχρονη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση, να εμφανίζει ένα εναλλακτικό σύνολο παιδευτικών αρχών, που κατά κύριο λόγο, προερχόταν από την Ευρώπη. Σίγουρα, το γεγονός αυτό, οριοθετεί μια καινούργια περίοδο και σίγουρα οι Έλληνες της εποχής αυτής, βρίσκονται μπροστά στο μεγάλο όραμα, της πρόσληψης στο δικό τους πολιτισμό, ξένων προτύπων. Και αντίστροφα: της απεμπόλησης των αξιολογικών αρχών ενός μεγάλου ιδεολογικού ρεύματος, που έμεινε στην ιστορία ως Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και το οποίο διαχύθηκε στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με το αντίστοιχο ιδεολογικό ρεύμα, που έμεινε στην ιστορία ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Το ποιος βγήκε νικητής μέσα απ’ αυτή τη διαμάχη, θα ήταν άκρως παραπλανητικό να υποστηριχθεί. Και εξηγούμαι γιατί. Το γεγονός που ερμηνεύει την «Ορθοδοξία» με την «νοοτροπιακή» έννοια του όρου ως παράγοντα συντηρητισμού και πολλές φορές σκοταδισμού, αλλά και το γεγονός που ερμηνεύει τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό ως ανατρεπτικό μοχλό στον ασφυκτικό κλοιό κάθε θρησκευτικής αυθεντίας, φρονώ ότι μας κάνουν να μην κατανοούμε που βρίσκεται τελικά το πρόβλημα. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, οφείλει να συμφωνήσει κανείς με τον Larry Wollf, που στο βιβλίο του Ο Διαφωτισμός και ο Ορθόδοξος Κόσμος, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2001, υποστηρίζει ότι οι αντιλήψεις του Διαφωτισμού για την Ορθοδοξία πρέπει να μελετώνται με βάση το πλαίσιο της γενικότερης ιδέας που είχαν οι διαφωτιστές φιλόσοφοι για ολάκερη την Ανατολική Ευρώπη, από τη Ρωσία μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Νομίζω, λοιπόν, πως κάποτε οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Αναμφισβήτητα ο δυτικός πολιτισμός στις πολυποίκιλες εκφάνσεις τους, όπως υπήρξαν η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, είναι ένας πολιτισμός με πάμπολλα ελληνικά στοιχεία, στον οποίο μετέχουμε θέλουμε δε θέλουμε. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια, αρκετά υπήρξαν τα στοιχεία που έδωσε ο Διαφωτισμός στον Νέο Ελληνισμό, με την προϋπόθεση, ότι ο τελευταίος τα αφομοίωσε έχοντας συνειδητή εθνική και πολιτιστική ταυτότητα. Εδώ πιστεύω ότι γεννάται ένα ερώτημα: κατά πόσο έγινε αυτό. Στο θεολογικό τουλάχιστο χώρο, ας μου επιτραπεί τούτη η ερμηνεία. Είναι γνωστές οι βατικάνειες και προτεσταντίζουζες νοοτροπίες, χαρακτηριστικό δείγμα συμπτωμάτων αλλοίωσης και παρεκτροπών της ορθόδοξης παράδοσης, «απουσίας κριτηρίων εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας», με κραυγαλέο αποτέλεσμα τη θεσμοποίηση και τον εκδυτικισμό της αποστολικής και πατερικής παράδοσης. Αποτέλεσμα που βαραίνει κυρίως τη ελληνόφωνη διανόηση που υιοθέτησε τις θρησκευτικές πρακτικές του Διαφωτισμού. (Για το θέμα νομίζω ότι η καλύτερη επαλήθευση είναι το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά: Ορθοδοξία και Δύση στην Νεώτερη Ελλάδα). Εκείνο, ωστόσο, που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι το εξής: ο αρχαίος και ο βυζαντινός Έλληνας πάντοτε ήταν πλάνης σε Ανατολή και Δύση. Το γεγονός αυτό ποτέ δεν τον εμπόδιζε να δημιουργεί πάμπολλα πρωτότυπα πράγματα. Στο πλαίσιο άλλωστε αυτό τοποθετείται και η άποψη, ότι κάθε μορφή πνευματικής πράξης του άμεσου ιστορικού παρελθόντος, βασίστηκε στη στερεή γνώση της αρχαιοελληνικής και της ορθόδοξης παράδοσης. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Στο σημείο αυτό, όμως, απαιτείται ακόμη μία διευκρίνιση. Αξίζει να επισημάνω τις τρεις «ιστορικές διαδρομές», πάνω στις οποίες, ο Νέος Ελληνισμός συνάρθρωσε την πορεία του, από τα μέσα του 18ου αιώνα ως τα ύστερα χρόνια του 19ου αιώνα. Ίσως, έτσι, εκτιμηθεί καλύτερα, στις πραγματικές διαστάσεις η προβληματική των ιδεολογικών προτύπων, του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της ορθόδοξης παράδοσης. Είναι απόλυτα ενδεικτικό το γεγονός, ότι στις περιόδους αυτές, που συνολικά εκφράστηκε η πνευματική πορεία του Νέου Ελληνισμού, οι ιδεολογίες και οι νοοτροπίες, που έθρεψαν τους ιστορικούς παράγοντες πάνω στους οποίους συγκροτήθηκε το ενιαίο σύστημα του εθνικού κορμού, ήσαν η Εκκλησία, η γλώσσα και ο κοινοτισμός. Ειδικότερα για την Εκκλησία οφείλω να υπνεθυμίσω την άποψη ενός κολλυβά διδασκάλου του Γένους, παράλληλου λογίου με τον Γρηγόριο Ε΄, του Αθανασίου Παρίου, σφοδρού πολέμιου του Κοραή, που υποστήριζε: «φεύγετε την Ευρώπην». Στην προκειμένη περίπτωση το σύνθημα τούτο δεν πρέπει να ερμηνεύεται επιπόλαια, αλλά βάση μιας μακροσκοπικής θεώρησης των ιδεολογικών ζυμώσεων της εποχής, όπου η Ευρώπη και ο Διαφωτισμός δεν έδινε μόνο φώτα γνώσεων, αλλά χάλκευε και δεσμά εξαρτήσεων. Δεν ήταν μόνο η άμυνα, αλλά και η προετοιμασία για δημιουργικούς αγώνες, μέσα στα πλαίσια μια συνειδητής αποδοχής αυτού του πολιτισμού. Αξίζει ωστόσο εδώ να θυμίσω και κάτι ακόμη, και τελειώνω μ' αυτό την παρέμβασή μου, τον αξέχαστο Ζήσιμο Λορεντζάτο που στο Χαμένο Κέντρο έλεγε τα εξής καταπληκτικά: «οι Έλληνες δεν είχαμε έλλειψη από παράδοση… Εμείς δεν χρειαζόμαστε να δείχνομε προγονική νοσταλγία ή να κοιλοπονάμε διάφορες σκέψεις γύρω από τα αρχαία αγάλματα, δεν αμφιβάλλαμε ποτέ για τη ζωντανή παράδοσή μας, αλλά απλούστατα ξέραμε πως είχαν και οι αρχαίοι, έναν καιρό, την πνευματική ή την μεταφυσική παράδοσή τους – τα όσια και τα ιεράς τους – όπως τα δικά μας εμείς» .

Για το βιβλίο

Προτείνω χωρίς επιφυλάξεις το νέο αυτό βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά (όπως και το προηγούμενο άλλωστε με τίτλο «1204») ως ένα ακόμη προϊόν της ερευνητικής ικανότητας του συγγραφέα, που γνωρίζει να επικεντρώνεται στο ουσιώδες και να φωτίζει τις πιο καίριες πτυχές των γεγονότων. Ο τρόπος που γράφει είναι εξαιρετικός. Το κείμενο δηλ. «φεύγει» αβίαστα χωρίς να κουράζει. Είναι κι αυτό ένα χάρισμα, για πολλούς σημαντικό, καθώς η μελέτη είναι όχι μόνο μάθηση αλλά και απόλαυση. Εξαιρετικές και οι αποκαλύψεις του Γιώργου Καραμπελιά, ο οποίος «βουτώντας» σε ιστορικά κείμενα, αναδύεται κρατώντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της έρευνας. Έτσι βλέπουμε μια εκπληκτική υπεράσπιση του Κοραή προς τον Γρηγόριο τον μετέπειτα Πατριάρχη η οποία, λέει ο συγγραφέας, «είναι ιδιαίτερης αξίας, διότι όχι μόνο αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια ως προς τη σχέση της Εκκλησίας με την παιδεία και τον ‘φωτισμό’ του γένους αλλά και υπογραμμίζει την διαφοροποίηση των απόψεων του Κοραή για τον Γρηγόριο, είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα του 1788». Βλέπουμε επίσης τον Σταμάτη Καρατζά να εκδίδει ένα σημαντικό ανώνυμο κείμενο-πηγή για τα γεγονότα της Σμύρνης του 1788 , και να το τραβολογάει χωρίς έλεος προκειμένου να του δώσει τα συμπεράσματα που εκείνος θέλει και είναι τελικά αντίθετα από εκείνα που δίνει το κείμενο! Ο Γιώργος Καραμπελιάς με έγκυρη επιχειρηματολογία αποκαλύπτει τις πλάνες που προβάλει ο "διαφωτιστικός" δρόμος της ιστοριογραφίας. Ξαναβλέπουμε το ίδιο να συμβαίνει και στις (παρ)ερμηνείες των ιστορικών επάνω στη «Διαμάχη των Γυμνασίων» όπου οι αποσιωπήσεις αποκαλύπτονται από την ικανή έρευνα του Γιώργου Καραμπελιά. Στο τέλος, ανάμεσα στα συμπεράσματα, ο Βασίλης Κρεμμυδάς έχει την «τιμητική» του με την κριτική του Γιώγου Καραμπελιά (και ορθώς), όταν προσπαθεί σε έκδοση της Βουλής των Ελλήνων του 2007 να αλλάξει την μέρα σε νύχτα και να εξαφανίσει κάθε ίχνος ορθόδοξης θρησκευτικότητας ως ενεργή δύναμη εθνικής διαφοροποίησης και παράγοντα αυτοσυνειδησίας των υπόδουλων όταν μέχρι και τα επαναστατικά συντάγματα αναφέρουν ότι Έλληνας είναι όποιος πιστεύει σε Χριστό! Για τον Βασίλη Κρεμμυδά μόνη άξια για ύμνους είναι η μεγαλο-αστική τάξη, η Εκκλησία είναι για να την βρίσουμε μόνο, ενώ ουδεμία θέση δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Πιστεύουμε ότι το βιβλίο του κου Καραμπελιά θα διαβαστεί και το εξαιρετικά ενδιαφέρον πόνημα του θα δώσει τροφή για συζητήσεις και άλλες έρευνες που θα δημιουργήσουν αμφιβολίες για όλα αυτά τα εύκολα ιδεολογήματα περί «προόδου» και «οπισθοδρόμησης». Με ανυπομονησία λοιπόν αναμένουμε και τη συνέχεια της εξαιρετικής προσπάθειας του Γιώργου Καραμπελιά.
web design by optimize