Κοραής και Γρηγόριος Ε΄: Κοινωνικές συγκρούσεις και διαφωτισμός στην προεπαναστατική Σμύρνη (1788-1820)

karabelias_smyrni.jpg
Συγγραφέας: 
Γιώργος Καραμπελιάς

Το δάνειο από τη Γαλλική Επανάσταση σχήμα των ταξικών στρατοπέδων και συμμαχιών, καθώς και ένας δυτικόστροφος «προοδευτισμός», αδυνατούν να ερμηνεύσουν την ελληνική πραγματικότητα. Η αδυναμία τους καταδεικνύεται με ενάργεια μέσα από την αποτυχία τους να ερμηνεύσουν μια σειρά από επεισόδια που σημειώθηκαν στη Σμύρνη από τα μέσα του 18ου αιώνα, το 1761, έως την κορύφωσή τους, το 1819-20, λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης.

Η Σμύρνη, και οι αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινότητας, στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα, συνιστούν έναν μεγεθυντικό φακό για τον προεπαναστατικό ελληνισμό, ιδιαίτερα δε για την υφή του Ελληνικού Διαφωτισμού και τις σχέσεις του με τις ανώτερες τάξεις, την Εκκλησία και τα λαϊκά στρώματα. Εξ άλλου σε αυτές αναμείχθηκε και ο καταγόμενος από τη Σμύρνη  Κοραής, και ο πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄, δηλαδή οι δύο εμβλημα­τικότερες μορφές του διπόλου, Εκκλησία και Διαφωτισμός, της προεπα­ναστατικής Ελλάδας.

Τέλος, έχει αποτελέσει αντικείμενο ευρείας συζήτησης και πολλών σχετικών κειμένων, βιβλίων και άρθρων, ορισμένα από τα οποία επιχειρούν –στα πλαίσια ενός γενικότερου αναθεωρητικού εγχειρήματος– να ανασκευάσουν τα ίδια τα ιστορικά δεδομένα· είναι λοιπόν αναγκαία η κριτική διερεύνηση τους και, κάποτε, η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

       

Ο Ρήγας Φεραίος ως… «Επιχειρηματίας»

Όμως, η επιμονή στο παιδευτικό έργο των «διαφωτιστών», δεν πρέπει να κρύβει από τον ορίζοντά μας το γεγονός πως, καθ’ όλη την ιστορική περίοδο που εξετάζουμε, κοινή ήταν η δίψα όλων των ελληνικών κοινωνικών ομάδων για παιδεία. Ο Κοσμάς Αιτωλός υπήρξε ο μεγαλύτερος ιδρυτής νέων σχολείων στην ιστορία μας, ο Αθανάσιος Πάριος ήταν ένας ακάματος δάσκαλος και σχολάρχης, μέχρι το 1811, του μεγαλυτέρου εκπαιδευτικού ιδρύματος του νέου ελληνισμού, της Χίου, ενώ η Εκκλησία διατήρησε ως το τέλος τον εθναρχικό ρόλο της στα εκπαιδευτικά ζητήματα· παράλληλα, υποχρεωτική ήταν η συνύπαρξη και η συνταύτιση των Ελλήνων έναντι της τουρκοκρατίας. Έτσι, το τελικό αποτέλεσμα, ως προς τη διαμόρφωση της ιδεολογίας του νεώτερου, προεπαναστατικού, ελληνισμού, ήταν μία σύνθεση μεταξύ αρχαίας ελληνικής γραμματείας, δυτικού διαφωτισμού και ορθόδοξης-βυζαντι­νής παράδοσης. Εν τούτοις αυτή η σύνθεση, εξ αιτίας του ανολοκλήρωτου και διάσπαρτου χαρακτήρα της ελληνικής κοινωνίας του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, πραγματοποιείται μάλλον ως εκλεκτισμός και ως ταυτόχρονη επιλογή διαφορετικών στοιχείων, από τις τρεις αυτές παραδόσεις, και όχι ως δημιουργία ενός νέου συνθετικού προτάγματος.

Αυτή την ιδιαιτερότητα αδυνατούν να κατανοήσουν οι σύγχρονοι Έλληνες και ξένοι ιστορικοί της «διαφωτιστικής» παράδοσης. Χαρακτηριστικά, ο κατά τα άλλα αξιόλογος νεοελληνιστής Richard Clogg, αναφερόμενος στον σημαντικό λόγιο του 18ου αι. Νικόλαο Ζερζούλη, διερωτάται:

Μια πιο διφορούμενη περίπτωση, η οποία αποδίδει με ενάργεια τον βαθμό στον οποίο παραδοσιακές και σύγχρονες μορφές σκέψης θα μπορούσαν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο, είναι εκείνη ενός Βλάχου από το Μέτσοβο, του Νικόλαου Ζερζούλη (Νικολάε Σερσέλ). Ο Ζερζούλης σπούδασε για εφτά χρόνια στη Δυτική Ευρώπη, και απέκτησε μια γερή γνώση της λατινικής, της γαλλικής και της ιταλικής γλώσσας. Αφού διηύθυνε την Αθωνιάδα Σχολή στο Άγιον Όρος για ένα διάστημα ως διάδοχος του Ευγένιου Βούλγαρη, μετακινήθηκε στη Μολδαβία για να αναλάβει τη διεύθυνση της πριγκηπικής Ακαδημίας μέχρι τον θάνατό του το 1772. Δεν θεωρούσε καθόλου αντιφατικό το να μεταφράζει έργα του Κρίστιαν Βολφ για την αριθμητική, τη γεωγραφία και την τριγωνομετρία, για την πειραματική φυσική του οπαδού του Νεύτωνα Πήτερ Βαν Μούσενμπροκ, ακόμα και ένα μέρος των Βάσεων του Νεύτωνα, και ταυτόχρονα να συνθέσει το 1767 το: Ἑρ­μη­νεί­α πε­ρί ἀ­να­στά­σε­ως Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, σύν­το­μος ες τοὺς χρη­σμοὺς Λέ­ον­τος το Σο­φοῦ[1].

Είναι ολοφάνερη η αδυναμία του Άγγλου νεοελληνιστή να κατανοήσει τον «εκλεκτισμό» και τις «αντιφάσεις» του Ζερζούλη, που από τη μία πλευρά μετέφραζε κείμενα διαφωτιστών και από την άλλη εξέδιδε τους «Χρησμούς» του Λέοντα του Σοφού και του Στεφάνου Αλεξανδρείας, για την ανάσταση του γένους, σύμφωνα με τους οποίους η Κωνσταντινούπολη επέπρωτο να απελευθερωθεί το 1774 από τους Ρώσους [ ].

Τα χειρότερα, όμως, στα χέρια των «φωταδιστών» ιστορικών, θα τα υποστεί ο ίδιος ο Ρήγας Φεραίος, εξ αιτίας της έκδοσης των Χρησμών του Αγαθάγγελου. Κατ’ αρχάς, αυτή η έκδοση αγνοείται από τη συντριπτική πλειοψηφία τους, ή στην καλύτερη περίπτωση υποβαθμίζεται. Ποια όμως τύχη τον περιμένει στα χέρια εκείνων που αναγνωρίζουν το γεγονός; Γράφει ο Π. Κιτρομηλίδης:

Επιπλέον, φαίνεται ότι ο Ρήγας προσπάθησε να μεταδώσει το μήνυμά του, εκδίδοντας, προφανώς κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης του εκδοτικού του προγράμματος το 1790, τις προφητείες του Αγαθάγγελου, που προέβλεπαν την επερχόμενη ανάσταση του γέ­νους. Αρχικά συνταγμένες από τον Θεόκλητο ΙΙολυείδη γύρω στα μέσα του δέκατου όγδοου αιώνα, όπως είδαμε, οι προφητείες αυτές αποτελούσαν δημοφιλές ανάγνωσμα που κυκλοφορούσε πλα­τιά σε χειρόγραφα αντίγραφα. [ ]

Δημοσιεύοντας τις προφητείες τον ίδιο χρόνο που δημοσίευσε το Φυσικής Απάνθισμα και το Σχολείον των ντελικάτων ερα­στών, ο Ρήγας προφανώς δεν υπαναχωρούσε σε κάποιο είδος πα­ραδοσιακής χιλιαστικής ιδεολογίας. Αντίθετα, η έκδοση του Αγαθαγγέλου… α­ποτελούσε ένδειξη της επίγνωσης που διέθετε, ότι οι πολιτικές ε­πιδιώξεις του επαναστατικού Διαφωτισμού μπορούσαν να έχουν απήχηση και να κινητοποιήσουν μόνo τις κοινωνικά και ιδεολογι­κά προηγμένες ομάδες που… μπορούσαν να δώσουν ηγέτες και να οραματιστούν στόχους, αλλά μόνες τους δεν μπορούσαν να εξασφαλίσουν την επιτυχία μιας επαναστατικής εξέγερσης. Από την επίγνωση αυτής της πραγματικότητας πήγαζε η επιθυμία του Ρήγα να απευθυνθεί στις πλατύτερες μάζες του πληθυσμού, μιλώντας τους στη δική τους συμβολική γλώσσα, έτσι ώστε να μπορέσει να ανακινήσει τους πόθους που ξεπηδούσαν από τα βάθη της συλλογικής τους μνήμης και της εμπειρίας τους[2].

Έτσι, η έκδοση του Αγαθαγγέλου, όπως και της προσωπογραφίας του Αλεξάνδρου που εξέδωσε την ίδια εποχή, προσγράφεται σε μια απόπειρα «κινητοποίησης» των λαϊκών στρωμάτων από μέρους της «επαναστατικής διανόησης», σύμφωνα με το γνωστό σχήμα της σχέσης «πρωτοπορίας-μαζών». Πιθανώς. Ωστόσο, όπως έχουμε δει και στον Θούριο και στη Νέα Πολιτική Διοίκησι, η άποψη του Ρήγα υπήρξε μια συνθετική άποψη που επιχειρούσε να συνδυάσει, ή μάλλον να υπερβεί, την αντίθεση Ανατολής-Δύσης, λόγιων και λαϊκών δυνάμεων σε μια πρωτότυπη κατεύθυνση. Κατά συνέπεια, η έκδοση των Χρησμών εντάσσεται στη συνολική του αντίληψη και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι πίστευε ο ίδιος για το περιεχόμενό τους. Το πιθανότερο είναι μάλλον το αντίστροφο! Ο Ρήγας, ως επαναστάτης διανοούμενος της εποχής του, και όχι ως ιστορικός των ιδεών, που διακόσια χρόνια αργότερα προσπαθεί να ερμηνεύσει την «αντικειμενική» λειτουργία απόψεων και ιδεών, «πίστευε» ο ίδιος στους χρησμούς για τα πεπρωμένα του γένους.

Μάλιστα, θα πρέπει να πάρουμε υπόψη μας πως εξέχοντες διαφωτιστές, όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις υποστήριζαν την ύπαρξη των θαυμάτων[3], ενώ ακόμα και ο Κοραής, στην «Αδελφική Διδασκαλία», θα υποστηρίζει την καταγωγή των Αγαρηνών (Τούρκων) από την Άγαρ της Παλαιάς Διαθήκης[4]. Οι επαναστατικές πρωτοπορίες «πιστεύουν» πάντοτε στον ίδιο τον επαναστατικό τους μύθο, διότι διαφορετικά δεν μπορούν «να ενωθούν με τις μάζες». Η αντίληψη της «πρωτοπορίας» ως μιας δύναμης που «εξαπατά» ή «χρησιμοποιεί» τις μάζες είναι έκφραση, πάντα, μιας a posteriori και livresque ερμηνείας των επαναστατικών δεδομένων, συνήθως μετά την πτώση του επαναστατικού πυρετού και την εμφάνιση της αναπόφευκτης «Θερμιδώρ». [ ]

Και όμως, η νεώτερη «φωταδιστική» ιδεολογία, στην επιθυμία της να αποσιωπήσει ή να υποβαθμίσει αυτή την «βυζαντινή» διάσταση του Ρήγα, φτάνει ακόμα πιο μακριά: Έτσι, ο Κρις Γουντχάουζ, που, εκτός από υπαρχηγός της βρετανικής αποστολής στην Ελλάδα κατά τον πόλεμο, θεωρείται και ένας εξέχων Άγγλος νεοελληνιστής, στη βιογραφία του Ρήγα, υποστηρίζει πως «Η έκδοση των Προφητειών παραμένει αναπόφευκτα μια μορφή ανωμαλίας στη λόγια παραγωγή του» και «ίσως η πιο σωστή εξήγηση να είναι και η πιο απλή, ότι δηλαδή την εκπόνησε για καθαρά εμπορικούς λόγους, για να αποκομίσει κέρδη από ένα ενδεχόμενο μπεστ σέλλερ». Και η αφοπλιστική κατακλείδα: «Σε τελική ανάλυση, ο Ρήγας ήταν πάντα ένας επιχειρηματίας»!!! Έτσι, με το πρακτικό αγγλικό πνεύμα, που συνιστά την επιτομή του εργαλειακού Διαφωτισμού, λύθηκε το «μυστήριο» της έκδοσης του Αγαθαγγέλου – παρεμπιπτόντως και το συναφές του Ρήγα, ως «επιχειρηματία»![5]

 

Σελ. 177-182



[1] Βλ. Richard Clogg, «The Byzantine legacy in the modern Greek world», Anatolica…, ό.π., σ. ΙV, 261.

[2] Π. Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός…, ό.π., σσ. 308-310.

[3] Βλέπε την «Επιστολή» του περί θαυμάτων στην Ορθόδοξη Εκκλησία, γραμμένη το 1760. Αναφέρεται από τον Άλκη Αγγέλου, «Περί Αγίων, Εικόνων και Θαυμάτων», στο Των Φώτων, MIET, Αθήνα 1999, σσ. 157-188.

[4] Βλ. Γιώργος Βελουδής, Εισαγωγή στην Διήγησι Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977, σ. κε΄.

[5] Βλ. C.M. Woodhouse, Ρήγας Βελεστινλής, ο πρωτομάστορας της Ελληνικής Επανάστασης, Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 1997, σσ. 67-69.

 

Σχόλια

Ορθόδοξη Εκκλησία και Νεοελληνικός Διαφωτισμός

Στο εξαιρετικό βιβλίο που τελειταία μας έδωσε ο κ. Γ. Καραμπελιάς - ομολογώ ότι ο λόγος του εκπλήσει όχι μόνον τον ειδικό της εποχής που καταγίνεται, αλλά και τον μη ειδικό - ας μου επιταπούν μερικές διαπιστώσεις. Είναι κοινώς αποδεκτό το γεγονός ότι η μελέτη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού έχει αλλάξει, δραματικά νομίζω, κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Πιστεύω προς το καλύτερο. Τούτο οφείλεται σε δύο κυρίως λόγους. Η όλο και μεγαλύτερη πρόσβαση στις πηγές της εποχής του 18ου και 19ου αιώνα, έχει αντικαταστήσει τη μονομερή θεώρηση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού από ιστορικούς και ερευνητές, που παλαιότερα αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των γνώσεών μας γι’ αυτόν. Επιπροσθέτως, η αυξανόμενη βιβλιογραφία μας επιτρέπει να τον αποτιμήσουμε καλύτερα, εκ των έσω, μιας και οι νέες τεχνικές στην ιστορική επιστήμη μας βοηθούν να εκμεταλλευτούμε την πληθώρα τούτων των καταγραφών, ζωντανεύοντας και καθιστώντας πιο σύνθετη την ιστοριογραφία περί Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Οι παραπάνω διαπιστώσεις μπορούν να κατανοηθούν σε βάθος αν λάβουμε υπόψη και μια γενικότερη ιστοριογραφική παρατήρηση. Η ιστοριογραφία στον ελληνικό χώρο έχει μακρά διάρκεια και παρουσιάζει αρκετές παλινδρομήσεις. Με μια διαδρομή που αρχίζει από τα μέσα του 18ου αιώνα και φτάνει μέχρι σήμερα στηρίζεται σε δύο πυλώνες, αντιμαχόμενοι πολλές φορές και οι δύο με ασυνήθιστη σφοδρότητα, συχνά ανοίγουν το ζήτημα της ιδιοπροσωπίας του Νέου Ελληνισμού. Ο πρώτος πυλώνας έχει φιλοδυτική, ο δεύτερος αντιδυτική τάση. Υπό το μανδύα του προοδευτισμού ο πρώτος και του συντηρητισμού και σκοταδισμού ο δεύτερος, εδώ και δύο αιώνες εκπροσωπούν και καλλιεργούν νοοτροπίες «μέσα στο κλίμα ενός πολιτισμού, ο οποίος γυρεύει την ταυτότητά του και επιδιώκει την ένταξή του σε μια ευρύτερη ιστορική κοίτη», που άμεσα σχετίζεται με αυτό που σήμερα ονομάζουμε ευρωπαϊκό πολιτισμό. Οι μεν δυτικόφιλοι, στην εδώ περίπτωσή μας οι διαφωτιστές, προβάλλουν τη Δύση ως «είδωλο», ο δε αντιδυτικοί, εδώ οι αντιδιαφωτιστές, προβάλλουν τη Δύση ως «σκιάχτρο και μορμολύκειο». Δεδομένου ότι ο μετεωρισμός αυτός ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, για πολλά χρόνια κυοφόρησε και γέννησε το ιδεολόγημα το που ανήκει ο Ελληνισμός, με τις απροσδόκητες θα ‘λεγα μεταμορφώσεις του, γεγονός είναι ότι «δεν λείπουν ποτέ οι ευρύτερες θεωρήσεις για μια επιλογή των λύσεων εκείνων που είναι σύμφορες και σωτήριες», όχι μόνο για τη σημερινή νεοελληνική πραγματικότητα, αλλά και την πραγματικότητα που είναι παράλληλη με τον 18ο και 19ο αιώνα. Μέριμνα τούτων είναι η ουσιαστική συμβολή τους στη συζήτηση για απεμπλοκή από το μανιχαϊστικό σύνδρομο, του δίπολου «φωταδισμός» - «σκοταδισμός». Είναι προφανής λοιπόν εδώ η διαπίστωση: η αδυναμία ουκ ολίγων ιστορικών και ερευνητών, μέσα από την τραγελαφική διελκυστίνδα της κλασικής αντιπαράθεσης, «προοδευτικοί – συντηρητικοί», «διαφωτιστές – αντιδιαφωτιστές» λόγιοι, στα χρόνια ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, να διαβλέψουν και στον κατ’ επίφαση «συντηρητικό» χώρο τάσεις «εκκλησιαστικού διαφωτισμού», σύνθεσης ιδεολογικών ρευμάτων, που δεν έφεραν τη ρωμηοσύνη παθητικά αντιμέτωπη με το «φωτισμένο» κόσμο της Δύσης. Εκείνο ωστόσο που οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε είναι το εξής: σπουδάζουμε, την ιστορία του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με αφετηρία τα μέσα του 18ου αιώνα. Τότε δηλαδή, που η νεοελληνική κοινωνία και παιδεία, αρχίζει σιγά - σιγά, απέναντι στη μακρόχρονη βυζαντινή και μεταβυζαντινή παράδοση, να εμφανίζει ένα εναλλακτικό σύνολο παιδευτικών αρχών, που κατά κύριο λόγο, προερχόταν από την Ευρώπη. Σίγουρα, το γεγονός αυτό, οριοθετεί μια καινούργια περίοδο και σίγουρα οι Έλληνες της εποχής αυτής, βρίσκονται μπροστά στο μεγάλο όραμα, της πρόσληψης στο δικό τους πολιτισμό, ξένων προτύπων. Και αντίστροφα: της απεμπόλησης των αξιολογικών αρχών ενός μεγάλου ιδεολογικού ρεύματος, που έμεινε στην ιστορία ως Ευρωπαϊκός Διαφωτισμός και το οποίο διαχύθηκε στον ευρύτερο χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, με το αντίστοιχο ιδεολογικό ρεύμα, που έμεινε στην ιστορία ως Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Το ποιος βγήκε νικητής μέσα απ’ αυτή τη διαμάχη, θα ήταν άκρως παραπλανητικό να υποστηριχθεί. Και εξηγούμαι γιατί. Το γεγονός που ερμηνεύει την «Ορθοδοξία» με την «νοοτροπιακή» έννοια του όρου ως παράγοντα συντηρητισμού και πολλές φορές σκοταδισμού, αλλά και το γεγονός που ερμηνεύει τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό ως ανατρεπτικό μοχλό στον ασφυκτικό κλοιό κάθε θρησκευτικής αυθεντίας, φρονώ ότι μας κάνουν να μην κατανοούμε που βρίσκεται τελικά το πρόβλημα. Συνεπώς στην περίπτωση αυτή, οφείλει να συμφωνήσει κανείς με τον Larry Wollf, που στο βιβλίο του Ο Διαφωτισμός και ο Ορθόδοξος Κόσμος, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα 2001, υποστηρίζει ότι οι αντιλήψεις του Διαφωτισμού για την Ορθοδοξία πρέπει να μελετώνται με βάση το πλαίσιο της γενικότερης ιδέας που είχαν οι διαφωτιστές φιλόσοφοι για ολάκερη την Ανατολική Ευρώπη, από τη Ρωσία μέχρι την Κωνσταντινούπολη. Νομίζω, λοιπόν, πως κάποτε οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Αναμφισβήτητα ο δυτικός πολιτισμός στις πολυποίκιλες εκφάνσεις τους, όπως υπήρξαν η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός, είναι ένας πολιτισμός με πάμπολλα ελληνικά στοιχεία, στον οποίο μετέχουμε θέλουμε δε θέλουμε. Στην προκειμένη περίπτωση βέβαια, αρκετά υπήρξαν τα στοιχεία που έδωσε ο Διαφωτισμός στον Νέο Ελληνισμό, με την προϋπόθεση, ότι ο τελευταίος τα αφομοίωσε έχοντας συνειδητή εθνική και πολιτιστική ταυτότητα. Εδώ πιστεύω ότι γεννάται ένα ερώτημα: κατά πόσο έγινε αυτό. Στο θεολογικό τουλάχιστο χώρο, ας μου επιτραπεί τούτη η ερμηνεία. Είναι γνωστές οι βατικάνειες και προτεσταντίζουζες νοοτροπίες, χαρακτηριστικό δείγμα συμπτωμάτων αλλοίωσης και παρεκτροπών της ορθόδοξης παράδοσης, «απουσίας κριτηρίων εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας», με κραυγαλέο αποτέλεσμα τη θεσμοποίηση και τον εκδυτικισμό της αποστολικής και πατερικής παράδοσης. Αποτέλεσμα που βαραίνει κυρίως τη ελληνόφωνη διανόηση που υιοθέτησε τις θρησκευτικές πρακτικές του Διαφωτισμού. (Για το θέμα νομίζω ότι η καλύτερη επαλήθευση είναι το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά: Ορθοδοξία και Δύση στην Νεώτερη Ελλάδα). Εκείνο, ωστόσο, που οφείλουμε να επισημάνουμε είναι το εξής: ο αρχαίος και ο βυζαντινός Έλληνας πάντοτε ήταν πλάνης σε Ανατολή και Δύση. Το γεγονός αυτό ποτέ δεν τον εμπόδιζε να δημιουργεί πάμπολλα πρωτότυπα πράγματα. Στο πλαίσιο άλλωστε αυτό τοποθετείται και η άποψη, ότι κάθε μορφή πνευματικής πράξης του άμεσου ιστορικού παρελθόντος, βασίστηκε στη στερεή γνώση της αρχαιοελληνικής και της ορθόδοξης παράδοσης. Αυτό κανείς δεν μπορεί να το αμφισβητήσει. Στο σημείο αυτό, όμως, απαιτείται ακόμη μία διευκρίνιση. Αξίζει να επισημάνω τις τρεις «ιστορικές διαδρομές», πάνω στις οποίες, ο Νέος Ελληνισμός συνάρθρωσε την πορεία του, από τα μέσα του 18ου αιώνα ως τα ύστερα χρόνια του 19ου αιώνα. Ίσως, έτσι, εκτιμηθεί καλύτερα, στις πραγματικές διαστάσεις η προβληματική των ιδεολογικών προτύπων, του Νεοελληνικού Διαφωτισμού και της ορθόδοξης παράδοσης. Είναι απόλυτα ενδεικτικό το γεγονός, ότι στις περιόδους αυτές, που συνολικά εκφράστηκε η πνευματική πορεία του Νέου Ελληνισμού, οι ιδεολογίες και οι νοοτροπίες, που έθρεψαν τους ιστορικούς παράγοντες πάνω στους οποίους συγκροτήθηκε το ενιαίο σύστημα του εθνικού κορμού, ήσαν η Εκκλησία, η γλώσσα και ο κοινοτισμός. Ειδικότερα για την Εκκλησία οφείλω να υπνεθυμίσω την άποψη ενός κολλυβά διδασκάλου του Γένους, παράλληλου λογίου με τον Γρηγόριο Ε΄, του Αθανασίου Παρίου, σφοδρού πολέμιου του Κοραή, που υποστήριζε: «φεύγετε την Ευρώπην». Στην προκειμένη περίπτωση το σύνθημα τούτο δεν πρέπει να ερμηνεύεται επιπόλαια, αλλά βάση μιας μακροσκοπικής θεώρησης των ιδεολογικών ζυμώσεων της εποχής, όπου η Ευρώπη και ο Διαφωτισμός δεν έδινε μόνο φώτα γνώσεων, αλλά χάλκευε και δεσμά εξαρτήσεων. Δεν ήταν μόνο η άμυνα, αλλά και η προετοιμασία για δημιουργικούς αγώνες, μέσα στα πλαίσια μια συνειδητής αποδοχής αυτού του πολιτισμού. Αξίζει ωστόσο εδώ να θυμίσω και κάτι ακόμη, και τελειώνω μ' αυτό την παρέμβασή μου, τον αξέχαστο Ζήσιμο Λορεντζάτο που στο Χαμένο Κέντρο έλεγε τα εξής καταπληκτικά: «οι Έλληνες δεν είχαμε έλλειψη από παράδοση… Εμείς δεν χρειαζόμαστε να δείχνομε προγονική νοσταλγία ή να κοιλοπονάμε διάφορες σκέψεις γύρω από τα αρχαία αγάλματα, δεν αμφιβάλλαμε ποτέ για τη ζωντανή παράδοσή μας, αλλά απλούστατα ξέραμε πως είχαν και οι αρχαίοι, έναν καιρό, την πνευματική ή την μεταφυσική παράδοσή τους – τα όσια και τα ιεράς τους – όπως τα δικά μας εμείς» .

Για το βιβλίο

Προτείνω χωρίς επιφυλάξεις το νέο αυτό βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά (όπως και το προηγούμενο άλλωστε με τίτλο «1204») ως ένα ακόμη προϊόν της ερευνητικής ικανότητας του συγγραφέα, που γνωρίζει να επικεντρώνεται στο ουσιώδες και να φωτίζει τις πιο καίριες πτυχές των γεγονότων. Ο τρόπος που γράφει είναι εξαιρετικός. Το κείμενο δηλ. «φεύγει» αβίαστα χωρίς να κουράζει. Είναι κι αυτό ένα χάρισμα, για πολλούς σημαντικό, καθώς η μελέτη είναι όχι μόνο μάθηση αλλά και απόλαυση. Εξαιρετικές και οι αποκαλύψεις του Γιώργου Καραμπελιά, ο οποίος «βουτώντας» σε ιστορικά κείμενα, αναδύεται κρατώντας ενδιαφέρουσες πληροφορίες. Αυτή άλλωστε είναι και η ομορφιά της έρευνας. Έτσι βλέπουμε μια εκπληκτική υπεράσπιση του Κοραή προς τον Γρηγόριο τον μετέπειτα Πατριάρχη η οποία, λέει ο συγγραφέας, «είναι ιδιαίτερης αξίας, διότι όχι μόνο αποκαθιστά την ιστορική αλήθεια ως προς τη σχέση της Εκκλησίας με την παιδεία και τον ‘φωτισμό’ του γένους αλλά και υπογραμμίζει την διαφοροποίηση των απόψεων του Κοραή για τον Γρηγόριο, είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα του 1788». Βλέπουμε επίσης τον Σταμάτη Καρατζά να εκδίδει ένα σημαντικό ανώνυμο κείμενο-πηγή για τα γεγονότα της Σμύρνης του 1788 , και να το τραβολογάει χωρίς έλεος προκειμένου να του δώσει τα συμπεράσματα που εκείνος θέλει και είναι τελικά αντίθετα από εκείνα που δίνει το κείμενο! Ο Γιώργος Καραμπελιάς με έγκυρη επιχειρηματολογία αποκαλύπτει τις πλάνες που προβάλει ο "διαφωτιστικός" δρόμος της ιστοριογραφίας. Ξαναβλέπουμε το ίδιο να συμβαίνει και στις (παρ)ερμηνείες των ιστορικών επάνω στη «Διαμάχη των Γυμνασίων» όπου οι αποσιωπήσεις αποκαλύπτονται από την ικανή έρευνα του Γιώργου Καραμπελιά. Στο τέλος, ανάμεσα στα συμπεράσματα, ο Βασίλης Κρεμμυδάς έχει την «τιμητική» του με την κριτική του Γιώγου Καραμπελιά (και ορθώς), όταν προσπαθεί σε έκδοση της Βουλής των Ελλήνων του 2007 να αλλάξει την μέρα σε νύχτα και να εξαφανίσει κάθε ίχνος ορθόδοξης θρησκευτικότητας ως ενεργή δύναμη εθνικής διαφοροποίησης και παράγοντα αυτοσυνειδησίας των υπόδουλων όταν μέχρι και τα επαναστατικά συντάγματα αναφέρουν ότι Έλληνας είναι όποιος πιστεύει σε Χριστό! Για τον Βασίλη Κρεμμυδά μόνη άξια για ύμνους είναι η μεγαλο-αστική τάξη, η Εκκλησία είναι για να την βρίσουμε μόνο, ενώ ουδεμία θέση δεν υπάρχει για τις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Πιστεύουμε ότι το βιβλίο του κου Καραμπελιά θα διαβαστεί και το εξαιρετικά ενδιαφέρον πόνημα του θα δώσει τροφή για συζητήσεις και άλλες έρευνες που θα δημιουργήσουν αμφιβολίες για όλα αυτά τα εύκολα ιδεολογήματα περί «προόδου» και «οπισθοδρόμησης». Με ανυπομονησία λοιπόν αναμένουμε και τη συνέχεια της εξαιρετικής προσπάθειας του Γιώργου Καραμπελιά.
web design by optimize