«Το “αντικειμενικό” αστικό πεδίο είναι ένα πεδίο
πολιτικής διαμάχης. Επάνω σε αυτό διεξάγεται ένας κοινωνικός “πόλεμος”,
ο οποίος εικονοποιείται στην ακραία στιγμή μιας οδομαχίας. Και έτσι,
μέσω της εικονοποιίας, το πολιτικό πεδίο μετατρέπεται σε αισθητικό
πεδίο, ο δρόμος με τις ριγμένες πέτρες γίνεται άξαφνα ένας δρόμος
ταυτόχρονα τρομαχτικός, αλλά ίσως και ωραίος».
Το δικό μου θέμα
αναφέρεται στη σχέση της πολιτικής με τις ποικίλες «τιμές» της
αισθητικής, που μπορεί να είναι και «αρνητικές». Πρόκειται, με άλλα
λόγια, για μια σχέση περιεχομένου και μορφής, για έναν
αλληλοπροσδιορισμό του «φαίνεσθαι» και του «είναι», όπου το «φαίνεσθαι»
όχι απλώς απεικονίζει το «είναι», αλλά και αποτελεί κλειδί για το
άνοιγμα και τη γενική κατανόηση μιας πολιτικής δράσης. Εάν και εφόσον
υπάρχουν συναρτήσεις π.χ. μεταξύ της ναζιστικής πολιτικής και της
«μεγαλειώδους» αρχιτεκτονικής, αν η μεγαλοσχημοσύνη των ουρανοξυστών
«εκφράζει» τον καπιταλισμό, αν η μονοκατοικία μετά κήπου συναρτάται με
τη μικροαστική κατάσταση, τότε η προβληματική επί της μορφής δεν είναι
ένα «θεωρητικό χασομέρι», αλλά μια απολύτως θεμιτή αφετηρία για μια
πορεία ως την καρδιά της πολιτικής.
Θα ξεκινήσω λοιπόν με το ρητορικό αλλά όχι και ανούσιο ερώτημα: Ποιος είπε ότι το κακό δεν έχει αισθητικό εκτόπισμα;
Τον
Ιούλιο του 1945, ένας από τους παρατηρητές της ατομικής δοκιμής που
πραγματοποιήθηκε στην έρημο της Νεβάδα θα μιλήσει με δέος για την
αλλοίωση του τοπίου μετά την έκρηξη. Τα μεγέθη των βουνών που
πρυτανεύουν στα βάθη του ορίζοντα θα γίνουν ασήμαντα μπροστά στο
αναδυόμενο μανιτάρι, ο ουράνιος θόλος θα εποικισθεί κυριαρχικά από τους
εκπτυσσόμενους νεφοειδείς όγκους, το τοπίο για κάποιο χρόνο θα
αποκτήσει τον Γκιούλιβέρ του σε μια χώρα λιλιπούτειων όντων – για να
θυμηθούμε το μυθιστόρημα του Ιονάθαν Σουίφτ. Σε απόλυτη αντίθεση με τη
συστολή ενός εσωτερικού χώρου μετά την απομάκρυνση των επίπλων,
αντικειμένων κ.λπ. που τον πληρούν, ο χώρος της ατομικής έκρηξης θα
υποστεί μια μοναδική διαστολή, υπενθυμίζοντας τον σαββοπουλικό στίχο:
«Ραντίζει με αίμα τις πέτρινες κερκίδες κάνοντας το τοπίο να μεγαλώνει»
(η υπογράμμιση δική μου).
Προσεγγίζοντας αυτή την «αισθητική του
κακού» σε ένα άρθρο μου στην εφημ. ΕΠΟΧΗ (10.9.95, «Πέρα καίει...»),
έκανα σύγκριση ανάμεσα στις τρεις καταστάσεις – που ήταν, αντίστοιχα,
το τοπίο της ατομικής έκρηξης, της δασικής πυρκαγιάς, του άκαυτου και
πλουραλιστικού δάσους. Το πρώτο τοπίο υπερτερεί του δεύτερου όσο μια
πρόσληψη Ελ Ες Ντι έναντι μιας σούρας από κρασί καμπερνέ, το δεύτερο
τοπίο υπερτερεί έναντι του τρίτου λόγω της κινητικότητας και των
χρωματικών εντάσεων που εμπεριέχει. Όμως το τρίτο υπερτερεί έναντι των
άλλων δύο ως διαχρονικός χορηγός γαλήνης, οικολογικών εκπλήξεων και
ποιότητας ζωής.
Υπερτερεί γιατί ορθώνει το στοιχείο του χρόνου
έναντι του στιγμιαίου εντυπωσιασμού, γιατί ορθώνει την υπομονή της
χελώνας έναντι της επιπολαιότητας του λαγού.
Ασχημολαγνεία και Αισθητικά Κεκτημένα
Ο
ι αστικοί πετροπόλεμοι του περασμένου Δεκέμβρη και τα σπασίματα, που
ούτε ως αστείο δεν θα μπορούσαν να συγκριθούν με τα σπασίματα των
γλεντοκόπων, δημιούργησαν ιδιόμορφα αστικά τοπία, που βασίζονταν στην
αποδόμηση και υποβάθμιση των συνηθισμένων αστικών τοπίων. Μήπως εδώ θα
μπορούσε να ταιριάξει ένα γνωμικό του Λε Κορμπυζιέ «για το καλό που
έρχεται μετά τον παροξυσμό του κακού»; Προφανέστατα όχι. Γιατί οι
ασχημολάγνοι εκδικητές και κατά φαντασίαν Ζορό των λαϊκών τάξεων
δήλωναν την περιφρόνηση και εναντίωσή τους στα πιο στοιχειώδη αισθητικά
κεκτημένα μιας ολόκληρης περιόδου αγώνων. Οι πετροπόλεμοί τους έφεραν
σισύφεια πίκρα σε όσους στρατεύθηκαν και πάλεψαν για ποιοτικές
ελληνικές πόλεις.
Επειδή το αστικό τοπίο είναι ταυτόχρονα και
«ψυχότοπος», αυτοί που το βανδάλισαν ή εξακολουθούν να το βανδαλίζουν
παράλογα ή άσχετα με οποιεσδήποτε αγωνιστικές διεκδικήσεις μπορεί να
κατανοηθούν ως φοβισμένοι απέναντι σε μια αισθητική στάθμη που θα έκανε
κραυγαλέα τη δική τους ασχήμια. Ουσιαστικά, μέσα τους υπάρχει δυνατός ο
«φόβος μπροστά στην ελευθερία» –αυτό το βαθύτερο συναίσθημα που ανέλυσε
ο μεγάλος ψυχαναλυτής Έριχ Φρομ–, γι’ αυτό και αδυνατούν να δεχτούν ένα
οποιοδήποτε πλαίσιο για να παίξουν το πολιτικό τους παιχνίδι. Ελλείψει
κανόνων, αδυνατούν να ορθώσουν έναν άλλο πολιτισμό, να επινοήσουν έναν
πόλεμο της προκοπής, να θάψουν με το γέλιο ό,τι χρήζει ταφής.
Το
«καλό» δεν είναι ούτε νερόβραστο ούτε ανοργασμικό. Το καλό δεν είναι
κάθε αυτιστική απόφανση τύπου Σοφίας Βέμπο (Λόντρα, Παρίσι, Νιου Γιορκ,
Βουδαπέστη, Βιέννη – μπρος στην Αθήνα καμιά, μα καμιά σας δε βγαίνει),
το καλό δεν είναι το καλό των «νοικοκυραίων» ή της «καθωσπρέπει
αριστεράς». Το καλό έχει μια αισθητική βραδείας και ήπιας απόδοσης, που
δεν είναι εντυπωσιοθηρική και δεν αναλώνεται σε μεγαλοστομίες όπως αυτή
της γνωστής έκθεσης DESTROY ATHENS! Το «καλό» δεν παρακάμπτει το
υπαρκτό έργο Ελλήνων δημιουργών με εκκεντρικότητες του τύπου «Απόλυτος
Ρεαλισμός» (Absolute realism, ελληνική παρουσίαση στην Μπιενάλε της
Βενετίας το 2002). Το καλό δεν είναι αρπαχτή και ψιλογκομενιλίκι, αλλά
«καψούρα ζωής».
Προτείνω να αντισταθούμε στον εκτσογλανισμό του
αστικού τοπίου, στην υπερχορήγηση «πνεύματος αντιλογίας», που καταντάει
αυτιστικό παραλήρημα (παλιό γνωμικό: «Η δόση κάνει το δηλητήριο»). Να
αντισταθούμε στους νεομίζερους, που θυμίζουν έντονα τους
παλαιομίζερους: Οι μεν ρίχνουν με την πολιτική τους αντιπαροχή κάποιες
διαχρονικές αξίες, όπως οι δε έριχναν τα νεοκλασικά των Αθηνών. Έχοντας
και οι μεν και οι δε κοινό σημείο αυτό που ο Ντίνος Χριστιανόπουλος
όριζε ως «κατατρεγμό της γραφικότητας»...