Το μέλλον της υπαίθρου

Συγγραφέας: 
Νίκος Ντάσιος
Αυτό που κάθε φορά τίθεται σε κάθε νέο γύρο αγροτικών κινητοποιήσεων είναι η προοπτική και η συνέχεια της ελληνικής υπαίθρου.  Αυτό που συντελέσθηκε σ’ όλη τη μεταπολίτευση είναι η σταδιακή εξάρτηση του αγροτικού κόσμου από το κράτος. Η ιδιότυπη αυτή εξάρτηση, που στην πορεία έδωσε τη θέση της στην εξάρτηση από τις χρηματοδοτήσεις της Ε.Ε. και από την κυριαρχία των καρτέλ και των μεσαζόντων, οδήγησε σε μια ιστορική υποχώρηση του αγροτικού κινήματος, που κατέστη απλώς διεκδικητικό οικονομικών ενισχύσεων κατ’ αναλογία άλλων κοινωνικών κατηγοριών (καθηγητών, δημοσίων υπαλλήλων κ.λπ.).

Η ομηρεία αυτή του αγροτικού κόσμου ήταν ταυτόχρονα απόρροια της πληθυσμιακής συρρίκνωσης της ελληνικής υπαίθρου, του αδιέξοδου μητροπολιτικού υδροκεφαλισμού, του ιδιότυπου παρασιτισμού της ελληνικής παραγωγής, του καταστροφικού καταναλωτικού προτύπου, αλλά και της εισροής μεταναστών, που στην πλειοψηφία τους ασκούν τα χειρωνακτικά επαγγέλματα μετατρέποντας τους παραδοσιακούς αγρότες, από εργάτες γης, σε θαμώνες καφενείων και απλούς δικαιούχους επιδοτήσεων.

Το άλλοτε δυναμικό συνεταιριστικό κίνημα, που θα μπορούσε εν δυνάμει να αποτελέσει ανάχωμα στην κυριαρχία των πολυεθνικών και των μεσαζόντων της ελεύθερης αγοράς, μεταβλήθηκε στο πλέον παρασιτικό κομμάτι αναπαραγωγής των κομματικών πελατειακών σχέσεων, διαμορφώνοντας μια ιδιότυπη αγροτική γραφειοκρατία, που ουδεμία σχέση έχει με την παραγωγή.

Το αγροτικό ζήτημα συμπυκνώνει δηλαδή τη στρέβλωση όλου του ελληνισμού στις βασικές του διαστάσεις: την αναπτυξιακή, την κοινωνική, την οικολογική.

Οι τρέχουσες κινητοποιήσεις καταδεικνύουν μια νέα δυναμική, με μαζική συμμετοχή αγροτών, και μάλιστα πιο νέων και μορφωμένων, με αποστάσεις από τα κομματικά επιτελεία. Παρ’ όλη την τραγική κατάσταση του αγροτικού κόσμου λόγω των χαμηλών τιμών των αγροτικών προϊόντων –όπως αυτές διαμορφώνονται στην ελεύθερη αγορά– το αγροτικό κύημα δεν φαίνεται να υπερβαίνει τα όριά του. Το μεγάλο ερώτημα που διατυπώνεται –δυστυχώς, χωρίς άμεση απάντηση– είναι αν υπάρχει μέλλον για τον αγροτικό κόσμο της χώρας μας την επόμενη περίοδο. Αν δηλαδή οι επόμενες γενιές, μεσούσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και των γεωπολιτικών συγκρούσεων Ανατολής και Δύσης, θα έχουν αναφορές σε μια συνέχεια ιστορική, πολιτιστική και παραγωγική, της οποίας εγγυητής μπορεί  να είναι η ελληνική ύπαιθρος.

Υπό αυτό το πρίσμα, τα 500 εκατ. € της κυβέρνησης, παρά τις διαφορές που μπορεί να υπάρχουν στην κάλυψη των οικονομικών αναγκών των παραγωγών διαφόρων τύπων προϊόντων, δεν είναι δυνατόν να δώσουν απάντηση στη βιωσιμότητα της αγροτικής παραγωγής στη χώρα μας. Το ελληνικό κράτος, φτάνοντας σε ιστορικά αδιέξοδα, φαίνεται πως διαχειρίζεται τη χρεοκοπία του μοιράζοντας συγκυριακά χρήματα σε διάφορες ομάδες χωρίς προοπτική. Ξεπουλάει  ΔΕΚΟ, ομόλογα, γη, ακόμα κι αυτή την εθνική μας κυριαρχία, για να κρατηθεί η κοινωνική συναίνεση και η εκλογική πελατεία, με μόνο ορίζοντα τις επόμενες εκλογές.

Πέρα λοιπόν από το αν αρκούν τα 40€/στρέμμα στο βαμβάκι, τα 20€ στο καλαμπόκι, τα 10€ στο σκληρό σιτάρι, και τα όποια ψίχουλα για το ελαιόλαδο που περιλαμβάνονται στο πακέτο των 500 εκατ. € –αφήνοντας έξω τις διεκδικήσεις των κτηνοτρόφων για τα αιγοπρόβατα και τις αγελάδες–, τα βασικά ερωτήματα που θα έπρεπε να τίθενται είναι:
• Θα υπάρχουν εκκοκκιστήρια στη Βόρεια Ελλάδα για την επεξεργασία και τη μεταποίηση του βαμβακιού;
• Θα υπάρξει ένα σχέδιο ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής και κατανάλωσης αγροτικών προϊόντων εις βάρος των πολυεθνικών, των μεσαζόντων και των σουπερμάρκετ, στην κατεύθυνση της αυτοτροφοδοτούμενης ανάπτυξης;
• Θα ενισχύσουμε την τοπική παραγωγή με σχέδια αναγέννησης των τόπων και των κοινοτήτων, συντελώντας στην τοπική κατανάλωση της παραγωγής,  μειώνοντας τις τεράστιες αποστάσεις μεταξύ τόπων παραγωγής και κατανάλωσης, όπως επιτάσσει το παγκόσμιο εμπόριο;
• Θα επιστρέψουμε σ’ ένα πρότυπο μεσογειακής διατροφής που να βασίζεται στην ποικιλία των γεύσεων, την εγχώρια βιοποικιλότητα, τα φυσικά και βιολογικά προϊόντα, στον αντίποδα του καταναλωτικού προτύπου των ταχυφαγείων και της μονοκαλλιέργειας;
• Θα επαναφέρουμε ένα πρότυπο πολυκαλλιέργειας, αξιοποίησης τοπικών φυσικών πόρων υπό τον έλεγχο των κοινοτήτων, ενεργειακής αυτονόμησης των μικρών τόπων από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, ή θα παραμείνουμε στο δίπολο «ερήμωση της περιφέρειας και διόγκωση των υδροκέφαλων αστικών κέντρων  της χώρας»;
• Θα θέσουμε σε προτεραιότητα ζώνες ελεύθερου εμπορίου και ανταλλαγών προϊόντων σε βαλκανικό επίπεδο σε συνδυασμό με εκπαιδευτικά και πολιτιστικά προγράμματα, ανακαλύπτοντας εκ νέου τον ζωτικό μας χώρο, ή θα παραμείνουμε εγκλωβισμένοι στο δυτικό παρασιτικό πρότυπο, που δεν έχει εξαντλήσει τον ιστορικό του κύκλο;

Σήμερα όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά και η κοινωνία, παρ’ όλες τις στρεβλώσεις των κοινωνικών εκφράσεων, δείχνει το τέλος εποχής. Το πολιτικό υποκείμενο αδυνατεί να νοηματοδοτήσει τις ανάγκες του συλλογικού μας μέλλοντος. Θ’ αποδεχθούμε μοιρολατρικά το τέλος μας;
web design by optimize