H ύπαρξη μιας επαναστατικής κατάστασης σε μια δεδομένη χώρα και σε μια δεδομένη ιστορική εποχή έχει δύο προϋποθέσεις, έλεγε ο Βλαδίμηρος Ουλιάνωφ Λένιν «οι επάνω να μην μπορούν πλέον να κυβερνήσουν όπως πριν, και οι από κάτω να μη θέλουν πλέον να κυβερνηθούν όπως κυβερνούνταν μέχρι τότε».
Στην Ελλάδα σήμερα δεν υπάρχει, στην πραγματικότητα, καμία από τις δύο αυτές προϋποθέσεις. Οι «από πάνω» συνεχίζουν να κυβερνούν όπως έχουν μάθει να κυβερνούν στην Ελλάδα, δηλαδή με τον πιο άθλιο τρόπο, ουσιαστικώς ανενόχλητοι, έστω και με κάποιες “δυσκολίες”, και οι «από κάτω» δείχνουν μάλλον να αδιαφορούν για το πώς κυβερνιούνται και ενδιαφέρονται πιο πολύ για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις ή στην καλύτερη περίπτωση επικροτούν έναν Λαζόπουλο.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει πως όλα βαίνουν «ομαλώς» στο βασίλειο της Δανιμαρκίας. Το πεδίο της εξωτερικής πολιτικής και των εθνικών θεμάτων αποτελεί το καθοριστικό πεδίο της διεξαγωγής των κοινωνικών συγκρούσεων στην Ελλάδα εδώ και αιώνες, εξαιτίας της γεωπολιτικής πραγματικότητας και της παρασιτικής οικονομικής της δομής – οι δύο μείζονες επαναστατικές περίοδοι που γνώρισε η χώρα ήταν η μακρά επαναστατική περίοδος 1821-1922, με επίκεντρο την εθνική ολοκλήρωση, και η δεκαετία του 1940, με αντικείμενο την εθνική απελευθέρωση και ανεξαρτησία, ενώ και οι μικρότερης κλίμακας εθνικές κρίσεις συνδέονται άμεσα με το Κυπριακό, στη δεκαετία του 1950-60 και το 1973-74. Και πηγαίνουμε από το κακό στο χειρότερο: Η Κύπρος σταδιακώς διολισθαίνει στη ζώνη του νεο-οθωμανισμού, οι τουρκικές απειλές πολλαπλασιάζονται, φτάνουν να μας απειλούν ως και τα Σκόπια, ενώ στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο –σε Ελλάδα και Κύπρο– υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση κομμάτων και «νταβατζήδων» γύρω από τη στρατηγική του ενδοτισμού.
Στο πεδίο της εσωτερικής πολιτικής, μέσα σε είκοσι χρόνια και με όχημα τη χρήση της μετανάστευσης και τη γενικευμένη ελαστικοποίηση της εργασίας στον ιδιωτικό τομέα της παραγωγής, οι εργασιακές σχέσεις βαδίζουν από το κακό στο χειρότερο. Η αγορά εργασίας έχει κοπεί σε δύο μεγάλα τμήματα, από τη μία στη χειρωνακτική εργασία στον βιομηχανικό και κατασκευαστικό τομέα καθώς και σε ένα μεγάλο μέρος της αγροτικής παραγωγής, που έχει αναληφθεί από τους μετανάστες, και από την άλλη στην προστατευμένη εργασία του δημόσιου τομέα και τον διαρκώς ελαστικοποιούμενο, αλλά πάντως ακόμα προστατευμένο, ιδιωτικό τομέα, ιδιαίτερα στις υπηρεσίες. Γι’ αυτό και ουσιαστικά έχουν εξαφανιστεί οι εργατικοί αγώνες στον βιομηχανικό και κατασκευαστικό τομέα, ενώ ο συνδικαλισμός έχει μεταβληθεί σε δραστηριότητα των προνομιούχων ή σχετικά προνομιούχων τομέων.
Η μεγαλύτερη επιτυχία την οποία κατέγραψε το σύστημα της μεταπολίτευσης για την αυτοδιαιώνισή του ήταν η σταδιακή αποκοπή της αμφισβήτησης της διεθνούς θέσης της χώρας, που αποτελεί το κομβικό στοιχείο της σχέσης της χώρας μας με το ίδιο το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, από την εσωτερική πολιτική αμφισβήτηση και διεκδικήσεις. Έτσι, ξεκινήσαμε από το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1970, που διεκδικούσε την εθνική ανεξαρτησία και την κοινωνική δικαιοσύνη, στρατηγική που του εξασφάλιζε μια πλειοψηφική ηγεμονία στον ελληνικό λαό, και φτάσαμε στα σημερινά κόμματα, που στη συντριπτική τους πλειοψηφία διεκδικούν την εθελοδουλία και την υποταγή στον νεο-οθωμανισμό, την οποία βαφτίζουν «ελληνοτουρκική φιλία». Έτσι, και οι εσωτερικές πολιτικές και κοινωνικές αντιθέσεις παραμένουν κολοβές και μειοψηφικές, μια και είναι αποκομμένες από το διεθνές πλαίσιό τους. Γι’ αυτό και όλα τα προηγούμενα χρόνια έμοιαζαν συχνά σαν μια θύελλα σε ένα ποτήρι νερό, ψευδοκινήματα μιας ψευδοκοινωνίας.
Σήμερα όμως η συγκυρία αλλάζει δραματικά. Το διεθνές σύστημα, του οποίου παράσιτο είναι το ελληνικό κράτος, μπαίνει σε κρίση, κρίση βαθιά, καταλυτική και μακρόχρονη. Κατά συνέπεια, η απρόσκοπτη εσωτερική αναπαραγωγή του παρασιτισμού απειλείται. Είχε διαμορφωθεί μια κοινωνική πυραμίδα: λαθρομετανάστες, μετανάστες με «χαρτιά», Έλληνες εργαζόμενοι σε επισφαλείς εργασίες και μεγάλο μέρος της αγροτιάς, μικρομεσαίοι και δημόσιοι υπάλληλοι, ανώτερα στελέχη των επιχειρήσεων, του κράτους, του συνδικαλισμού, των κομμάτων, των ΜΜΕ, πράκτορες των πρεσβειών και των υπηρεσιών, και τέλος, στην κορυφή, μεγαλοεργολάβοι, εφοπλιστές, τραπεζίτες, καθοδηγούμενοι από τα υπερεθνικά κέντρα και μηχανισμούς. Αυτή η πυραμίδα απειλείται με ανακατατάξεις και διεύρυνση της βάσης της –πολλοί θα κατέβουν προς τα κάτω.
Σημαίνει όμως αυτό ότι απειλείται το σύστημα; Όχι, όσο διασφαλίζεται ότι η εσωτερική αμφισβήτηση δεν συνδέεται με την εθνική διάσταση. Και αυτή η αποσύνδεση των δύο κινημάτων, την οποία εν πολλοίς πέτυχαν οι εθνομηδενιστές και οι πρεσβείες, και την οποία αναπαράγουν σε βαθμό καρικατούρας οι ποικίλοι ψευδοεπαναστάτες, είναι όρος για την επιβίωσή του. Όσο η «επανάσταση» στρέφεται αποκλειστικά κατά των «μπάτσων», αποκαλύπτοντας το ιδεολογικό και οραματικό κενό των «επαναστατών», και όχι κατά των μηχανισμών της εξάρτησης και των εντολοδόχων τους, το μόνο που πετυχαίνουν είναι να δρουν ως… εντολοδόχοι της εξάρτησης. Έτσι, μπροστά στην κοινωνική κρίση που έρχεται η γενίκευση της ανομίας και της βίας χωρίς επαρκή αιτιολόγηση στην κοινωνία, σε συνέργεια με την επίταση των φαινομένων βίας, που από τα γήπεδα μέχρι την εγκληματικότητα θα εξαπλωθούν σε όλη την κοινωνία σε περιόδους κρίσης, θα οδηγήσουν στη διάσωση και ενδυνάμωση τόσο της κοινωνικής ιεραρχίας, όσο και του συστήματος της εξάρτησης.
Το σύνθημα «σκοτώστε τους μπάτσους», στις σημερινές συνθήκες θα έχει ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό, τη θωράκιση και τη νομιμοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών, και προπαντός θα θάψει και θα υπονομεύσει κάθε αυθεντική κοινωνική διαμαρτυρία και αμφισβήτηση. Έτσι, σε λίγο ποιος θα θυμάται τους αγρότες ή την καταστροφή του πράσινου, μετά δύο ακόμα ένοπλες επιθέσεις σε αστυνομικά τμήματα; Η διαστροφή της αρχόμενης κοινωνικής αμφισβήτησης που γεννάει η κρίση, σε ένα θέατρο της επανάστασης –και όχι μόνο στη Λυρική Σκηνή– κακοπαιγμένο και κακόγουστο, με άθλιους ηθοποιούς και πρωταγωνιστές, οδηγεί με μαθηματική βεβαιότητα στην ακύρωση του ανατρεπτικού δυναμικού που απελευθερώνει η κοινωνική και γεωπολιτική κρίση και στη στροφή της κοινωνίας προς συντηρητικές και κατασταλτικές κατευθύνσεις. Το αστυνομικό κράτος που ξορκίζουν, ενώ δεν έχει ακόμα δημιουργηθεί, τελικά θα μας το φέρουν.
Γι’ αυτό είναι καιρός οι διάφοροι
ψευδοεπαναστάτες, και ιδιαίτερα οι της χαβιαροαριστεράς, να ανακρούσουν
πρύμνα· να καταλάβουν πως πέρασε η εποχή που μπορούσαν να παίζουν την
επανάσταση –ανενόχλητα ή σχετικά ανενόχλητα. Διότι, με την πολιτική
τους, και το ΛΑΟΣ θα ενισχύσουν και τη Χρυσή Αυγή θα ενδυναμώσουν και
θα οδηγήσουν τα μεγάλα κόμματα σε μια κατασταλτική συγκυβέρνηση. Ήδη το
κεντρικό επιτελείο του συστήματος, που εξακολουθεί να κατοικοεδρεύει
στο Συγκρότημα Λαμπράκη και στο Μέγκα, έχει κάνει τις επιλογές του για
την ανάγκη της σύμπτυξης των καθεστωτικών δυνάμεων. Χρυσοχοΐδης, Ντόρα,
Πρετεντέρης, Διαμαντοπούλου, Ψυχάρης, Παπαχελάς, χαράζουν τη νέα
γραμμή, όσο για γελοίους τύπου Οικονομέα, Ευαγγελάτου και Λάκη, τους
κρατάνε για ξεκάρφωμα.
Τι δει γενέσθαι; Είναι απλό πρέπει και εμείς,
της Ρήξης, του Άρδην, της «πατριωτικής Αριστεράς» να σηκωθούμε από τους
καναπέδες. Να πάψουμε να επιτρέπουμε στους εθνομηδενιστές να
καπελώνουν, να καπηλεύονται και να αποδυναμώνουν τα κοινωνικά κινήματα
διαμαρτυρίας, αποσυνδέοντάς τα από τη φυσιολογική τους κατάληξη, την
αμφισβήτηση της εξάρτησης. Με όσες δυνάμεις διαθέτουμε.
Σχόλια
Ο ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΙΝΗΤΡΟ ΓΙΑ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΕΣ
contact