Συγγραφέας:
Πέρρυ Άντερσον
Η οργιαστική διαφθορά της ιταλικής πολιτικής τάξης
Το μεγάλο φαγοπότι
Ο Μπερλουσκόνι εκτοξεύθηκε στην πολιτική σκηνή καθώς ο Κράξι έφευγε κυνηγημένος στην εξορία, γεγονός που αποτελεί τη μεγαλύτερη ειρωνεία στη μεταπολεμική ιστορία των δυτικών κοινωνιών. Η Πρώτη Δημοκρατία κατέρρευσε μέσα σε δημόσια κατακραυγή λόγω της αποκάλυψης απίστευτων επιπέδων πολιτικής διαφθοράς, για να δώσει τη θέση της στη Δεύτερη Δημοκρατία, που μαστίζεται από τόση ανομία και διαφθορά ώστε οι παρανομίες του Κράξι, σε σύγκριση, ωχριούν.
Η διαφθορά δεν περιορίζεται στον ηγέτη και στο περιβάλλον του, αλλά ανθεί σε πολλαπλά επίπεδα. Λίγους μήνες αφ’ ότου ο κεντροαριστερός κυβερνήτης της Καμπανίας, Αντόνιο Μπασολίνο –πρώην στέλεχος του PSI– καταδικάστηκε για απάτη, ο κυβερνήτης τού Αμπρούτσο, Οτάβιο ντελ Τούρκο –επίσης πρώην στέλεχος του PSI– συνελήφθη όταν εκατομμυριούχος ιδιοκτήτης ιδιωτικής κλινικής ομολόγησε ότι του κατέβαλε έξι εκατομμύρια ευρώ για προστασία. Ο Μπερλουσκόνι είναι ο ακρογωνιαίος λίθος σε ένα σύστημα που εκτείνεται πολύ πέρα απ’ αυτόν. Ως πολιτικό όμως του χρεώνεται ακέραια η ανάσχεση της πορείας διόρθωσης των κακώς κειμένων της Πρώτης Δημοκρατίας από τη Δεύτερη. Η Ιταλία δεν έχει άλλη πολιτική παράδοση από το transformismo – τη μετατροπή δηλαδή μιας πολιτικής δύναμης στο αντίθετό της μέσω της όσμωσης, όπως κλασικά έγινε από τον Ντεπρέτις στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν απορρόφησε τη Δεξιά στην επίσημη Αριστερά, και τον Τζιολίτι, που μετέτρεψε τον εργατικό ρεφορμισμό σε φιλελευθερισμό στις αρχές του 20ού. Η περίπτωση της Δεύτερης Δημοκρατίας αποτελεί transformismo σε μεγάλη κλίμακα. Εδώ δεν έχουμε ένα κόμμα, ούτε μια τάξη, αλλά μια ολόκληρη κοινωνία η οποία μεταλλάχθηκε σ’ αυτό που, υποτίθεται, θα άλλαζε.
Όπως ήταν φυσικό, η κοινωνία ακολούθησε το παράδειγμα της πολιτείας. Τα χρόνια από το 1993 και μετά αποτελούν σε πολλαπλά επίπεδα τα πιο δύσκολα για τη χώρα απ’ την πτώση του φασισμού. Έχουν να παραθέσουν τα πιο τρανταχτά παραδείγματα απληστίας, αδικίας, εγκατάλειψης της χώρας και αποτυχίας, σε σχέση με κάθε άλλη ευρωπαϊκή χώρα από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα βιβλία δύο δημοσιογράφων της Κοριέρε ντελα Σέρα, των Τζιαν Αντόνιο Στέλλα και Σέρτζιο Ρίζο, που τιτλοφορούνται Λα Κάστα και Λα Ντερίβα αντίστοιχα, έχουν γίνει μπεστ σέλερ– και όχι άδικα. Τι αποκαλύπτουν; Κατ’ αρχήν, την απληστία της πολιτικής τάξης που κυβερνά τη χώρα. Οι βουλευτές αύξησαν τους μισθούς τους έξι φορές από το 1948, με αποτέλεσμα ο Ιταλός βουλευτής της Ευρωβουλής να πληρώνεται 150.000 ευρώ τον χρόνο, τα διπλά απ’ τον Γερμανό ή Βρετανό συνάδελφό του, τα τε-τραπλά από τον Ισπανό. Στη Ρώμη, η Κάτω Βουλή, η Γερουσία και ο πρωθυπουργός καταλαμβάνουν μαζί τουλάχιστον 46 κτήρια. Στο Κουϊρινάλε, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πρώην κομμουνιστής, Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο, απασχολεί περί τους 900 σερβιτόρους. Το κόστος της προεδρικής κατοικίας τριπλασιάστηκε μετά το 1986, ενώ είναι διπλάσιο απ’ αυτό του Σαν Ελιζέ, τετραπλάσιο από του Μπάκινχαμ και οκτώ φορές υψηλότερο από της γερμανικής προεδρίας. Το 1993, ο γ.γ. της Προεδρίας της Δημοκρατίας Σκάλφαρο (τώρα, υπό τον Τ. Ναπολιτάνο, έχει θέση ομότιμου γ.γ.) Γκαετάνο Τζιφούνι, εισέπραξε 557.000 ευρώ για τις υπηρεσίες του, ποσό που ξεπερνάει τον μισθό του Αμερικανού προέδρου. Να μιλήσουμε για τις μετακινήσεις; Το 2007 η Ιταλία είχε 574.215 πολυτελείς λιμουζίνες, που αντιστοιχούσαν περίπου σε μια διοικούσα τάξη 180.000 αντιπροσώπων. Αντίστοιχα, η Γαλλία έχει μόνον 65.000. Όσο για την ασφάλεια, ο Μπερλουσκόνι έχει 81 σωματοφύλακες, που πληρώνονται όλοι από το δημόσιο ταμείο. Σύμφωνα με υπολογισμούς, οι δημόσιες δαπάνες που αφορούν τους κρατικούς λειτουργούς και τους πολιτικούς στην Ιταλία, ισοδυναμούν με το άθροισμα εκείνων της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Βρετανίας και της Ισπανίας.
Πίσω από αυτό το όργιο των προνομίων, ένας στους τέσσερις Ιταλούς ζει στο όριο της φτώχειας. Οι δαπάνες για την παιδεία, διαρκώς σε πτώση από το 1990 κι έπειτα, έχουν φτάσει στο 4,6% του ΑΕΠ. Μόνο το μισό του πληθυσμού έχει παρακολουθήσει κάποια ανώτερη ή ανώτατη σχολή, ποσοστό που υπολείπεται κατά 20% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Μόνον το 1/5 των 20χρονων καταφέρνει να εισαχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, και τα 3/5 αυτών εγκαταλείπουν τις σπουδές τους πριν τις ολοκληρώσουν. Ο αριθμός των κατά κεφαλή νοσοκομειακών κλινών έχει μειωθεί δραματικά, φτάνοντας μόνο στο μισό της Γερμανίας και της Γαλλίας. Στα δικαστήρια, οι ποινικές υποθέσεις κάνουν κατά μέσο όρο τέσσερα χρόνια για να καταλήξουν σε μια απόφαση, γεγονός που οδηγεί σε παραγραφή των αδικημάτων στο 1/5 από αυτές. Στα αστικά δικαστήρια, μια υπόθεση χρεοκοπίας εκδικάζεται κατά μέσο όρο σε 8 χρόνια και 8 μήνες. Στα τέλη του 2007, δύο εβδομηντάρηδες συνταξιούχοι προσέφυγαν εναντίον του Ινστιτούτου Κοινωνικής Ασφάλισης και άκουσαν εμβρόντητοι ότι η υπόθεσή τους θα εκδικαστεί το 2020! Όσο για την ισότητα έναντι του νόμου, ένας Αλβανός μετανάστης που κατηγορήθηκε στην πατρίδα του ότι επιχείρησε να κλέψει μια αγελάδα, πέρασε περισσότερο χρόνο στις ιταλικές φυλακές απ’ όσο ο Σέρτζιο Κρανότι, ένας μεγαλοκαρχαρίας της βιομηχανίας τροφίμων που κατηγορήθηκε ότι καταχράστηκε τις καταθέσεις χιλιάδων συμπολιτών του. Βέβαια, οι πολιτικοί έχουν καλύτερη μεταχείριση από τους επιχειρηματίες: Το δεξί χέρι του Μπερλουσκόνι, Τσέζαρε Πεβίτι, καταδικάστηκε έπειτα από δίκες εννέα ετών για τον χρηματισμό δικαστών σε έξι χρόνια κάθειρξης, και απελευθερώθηκε μετά από… πέντε μέρες, ανταλλάσσοντας την υπόλοιπη ποινή του με «κοινωνική εργασία».
Κράξι και Μπερλουσκόνι
Πρόγονος και επίγονος της πολιτικής μετάλλαξης στην Ιταλία
Ο Μπερλουσκόνι ουσιαστικά είναι διάδοχος του Κράξι και της μετάλλαξης που επέφερε στο ιταλικό πολιτικό γίγνεσθαι τη δεκαετία του ’80, και όχι των χριστιανοδημο-κρατών. Η διαδοχή είναι πραγματική, όχι απλώς κατ’ αναλογία.
Ο ι δύο άνδρες εμφανίστηκαν στο ιταλικό προσκήνιο την ίδια εποχή, ήταν και οι δύο προϊόντα του Μιλάνου και οι καριέρες τους διασταυρώθηκαν από τη στιγμή που ο Κράξι έγινε αρχηγός του Σοσιαλιστικού Κόμματος (PSI) το 1976 και ο Μπερλουσκόνι έστησε τον πρώτο μεγάλο τηλεοπτικό του σταθμό δυο χρόνια αργότερα, χρηματοδοτούμενος από πλουσιοπάροχα δάνεια από τράπεζες που ελέγχονταν από το Σοσιαλιστικό Κόμμα. Η σχέση τους δεν θα μπορούσε να είναι πιο στενή, θεσμικά και προσωπικά. Ο Κράξι δημιούργησε τις ευνοϊκές προϋποθέσεις από την πολιτεία για το χτίσιμο της μιντιακής αυτοκρατορίας του Μπερλουσκόνι. Ο Μπερλουσκόνι, από την άλλη, χρηματοδοτούσε τον μηχανισμό του Κράξι με τα κέρδη από τις επιχειρήσεις του και ενίσχυε την εικόνα του Κράξι με τα δημοσιεύματα των εφημερίδων του. Ήταν συχνά φιλοξενούμενος στην τεραστίων διαστάσεων βίλα του Μπερλουσκόνι στο Αρκόρε, όπου απολάμβανε υψηλή μαγειρική και συντροφιά όμορφων στάρλετ. Το 1984 ο Κράξι βάφτισε το πρώτο παιδί του Μπερλουσκόνι από την ηθοποιό Βερόνικα Λάριο και ήταν ο κουμπάρος στον γάμο τους, το 1990.
Όταν ο Κράξι έγινε πρωθυπουργός το 1983, έσωσε το εθνικό δίκτυο τηλεόρασης του Μπερλουσκόνι, το οποίο εξέπεμπε κατά παράβαση της απόφασης διακοπής λειτουργίας του από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιταλίας. Το 1990 βοήθησε τον Μπερλουσκόνι να εδραιώσει αποφασιστικά τον έλεγχό του στα ιταλικά ΜΜΕ με έναν νόμο για τον οποίο έλαβε ένα δωράκι 12 εκατομμυρίων δολαρίων σε ελβετική τράπεζα. Στο απόγειο της εξουσίας του ο Κράξι ήταν μια τελείως νέα φιγούρα στη μεταπολεμική ιταλική σκηνή. Ήταν σκληρός, αποφασιστικός, καλλιεργούσε τη δημοτικότητά του, είχε πλήρη έλεγχο του κόμματός του και ήταν αδυσώπητος στις διαπραγματεύσεις του με τα άλλα κόμματα.
Τρία χρόνια αργότερα, με τις αποκαλύψεις της υπόθεσης Ταντζεντόπολι, η οποία έδειξε την κλίμακα της διαφθοράς του Κράξι, έγινε ο πιο βδελυρός πολιτικός στη χώρα. Παρ’ όλα αυτά δεν είχε ακόμα πει την τελευταία του λέξη. Με τη δική του πολιτική καριέρα κατεστραμμένη, πέρασε την πολιτική του ισχύ απευθείας στον Μπερλουσκόνι παροτρύνοντάς τον να κατέβει στις εκλογές, σε μια συνάντησή τους στο Μιλάνο τον Απρίλιο του 1993. Σύμφωνα με έναν χριστιανοδημοκράτη αυτόπτη μάρτυρα, ο Κράξι πηγαινοερχόταν στην αίθουσα σαν κυνηγημένο ζώο:
– «Πρέπει να βρούμε ένα όνομα, ένα σύμβολο», είπε στον Μπερλουσκόνι.
– «Θα απευθυνθείς στο κομμάτι του πληθυσμού που είναι αποπροσανατολισμένο, αλλά δεν θέλει τους κομμουνιστές, για να σώσουμε ό,τι μπορούμε».
Μετά ο Κράξι κάθισε κάτω κι άρχισε να σχεδιάζει ομόκεντρους κύκλους σ’ ένα κομμάτι χαρτί:
– «Κοίτα, εδώ είναι μια εκλογική περιφέρεια. Έχει, ας πούμε, 110.000 κόσμο. Κάπου 80.000 έχουν δικαίωμα ψήφου κι απ’ αυτούς 60.000 θα πάνε να ψηφίσουν. Λοιπόν, έχεις τα κανάλια, και τους βομβαρδίζεις κάθε μέρα από την τηλεόραση, 30.000 κόσμο αν καταφέρεις να ψηφίσουν τον υποψήφιό σου, έχουμε αντιστρέψει το κλίμα.
Θα συμβεί λόγω του στοιχείου του αιφνιδιασμού, λόγω του παράγοντα τηλεόραση και λόγω του ότι πολλοί μη κομμουνιστές δεν θέλουν να κυβερνηθούν από κομμουνιστές».
– «ΟΚ, κατάλαβα», είπε ο Μπερλουσκόνι. «Τώρα ξέρω τι θα κάνω».
Η καθίζηση της Αριστεράς και η εκρηκτική άνοδος της Λίγκας
Το σοκ που αντιπροσώπευαν για την Αριστερά οι εκλογές του 2008 μπορεί να συγκριθεί μ’ εκείνο του 1948, όταν οι χριστιανοδημοκράτες επικράτησαν απόλυτα έναντι των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών, ώστε να παραμείνουν στην εξουσία για τα επόμενα 44 χρόνια. Αν και η επανάληψη της πολυετούς ηγεμονίας της Κεντροδεξιάς δεν είναι πιθανή, η κατάσταση της Αριστεράς στην Ιταλία σήμερα είναι από την άποψη του ηθικού, της οργάνωσης, των ιδεών και της υποστήριξης που απολαμβάνει, πολύ χειρότερη απ’ ό,τι τότε.
Κ εντρικό ρόλο σ’ αυτή την κατάρρευση έπαιξε η λεηλασία των ψήφων της εργατικής τάξης του Βορρά από τη Λίγκα. Η ικανότητα των κομμάτων της Δεξιάς να συγκεντρώνουν τις προτιμήσεις των εργατών, παρά τους παραδοσιακούς τους δεσμούς με την Αριστερά, τείνει να αποτελέσει ένα πανευρωπαϊκό πρότυπο. Για πρώτη φορά κάτι τέτοιο πέτυχε η Θάτσερ στη Βρετανία – κι ύστερα ακολούθησε ο Ρίγκαν και ο Μπους στις ΗΠΑ και πρόσφατα ο Σαρκοζί στη Γαλλία [ ]. Η Λίγκα, βέβαια, έχει και ορισμένες ιδιαιτερότητες, που τη διακρίνουν σαφώς από αυτήν τη γενική τάση.
Η πρώτη και πιο βασική είναι ότι δεν πρόκειται για ένα κόμμα του κατεστημένου, αλλά για ένα ανατρεπτικό κίνημα. Δεν υπάρχει τίποτε συντηρητικό που να της προσιδιάζει. Αντίθετα, η ιδιοσυγκρασία της είναι εξεγερσιακή. Συνήθως τέτοιου είδους κινήσεις είναι βραχύβιες. Η Λίγκα όμως είναι το μακροβιότερο κόμμα στην Ιταλία, μετρώντας σήμερα 30 χρόνια αδιάλειπτης δραστηριότητας. [ ] Τούτο δεν είναι ένα ατύχημα που οφείλεται στις αντιφάσεις της Δεύτερης Ιταλικής Δημοκρατίας. Αντικατοπτρίζει τη δεύτερη ιδιαιτερότητα της Λίγκας, τη δυναμική της ως μαζική οργάνωση, τα δραστήρια στελέχη της οποίας την καθιστούν, κατά τα λεγόμενα του Ρομπέρτο Μαρόνι, ίσως του πιο στενού συνεργάτη του Μπόσι, «το τελευταίο λενινιστικό κόμμα της Ιταλίας».
Σ το μεγαλύτερο μέρος του Βορρά έχει τον ρόλο που είχε κάποτε το Κομμουνιστικό Κόμμα, απολαμβάνοντας μεγάλη δύναμη στις πάλαι ποτέ «κόκκινες» βιομηχανικές περιοχές: στις εργατικές συνοικίες της Μιραφιόρι, στα μεγάλα πετροχημικά εργοστάσια του Πόρτο Μαργκέρα, το διάσημο προλεταριακό προάστιο του Σέστο Σαν Τζιοβάνι έξω από το Μιλάνο, όπου εκτυλίσσεται η πλοκή της ταινίας Ο Ρόκκο και τ’ αδέρφια του. Τούτο δεν σημαίνει ότι η Λίγκα έχει μετεξελιχθεί σε αμιγώς εργατικό κόμμα. Ενώ συγκεντρώνει τις περισσότερες ψήφους των εργατών στον Βορρά, η δύναμη της Λίγκας επικεντρώνεται, όπως πάντα, μεταξύ των βιοτεχνών, των καταστηματαρχών και των αυτοαπασχολούμενων, που κάποτε συγκροτούσαν το προπύργιο των χριστιανοδημοκρατών στις καθολικές βορειοανατολικές επαρχίες. Εκεί, κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1980, το μίσος κατά των υψηλών φόρων και της κεντρικής κυβέρνησης, καθώς και η αντίθεση στη μεταφορά πόρων προς τον Νότο, την οποία έβλεπαν ως τη συντήρηση ενός παρασίτου, εκτίναξε πολιτικά τη Λίγκα. Σήμερα η μετανάστευση από τα Βαλκάνια, την Αφρική και την Ασία, η οποία έχει τετραπλασιαστεί κατά τα τελευταία δέκα χρόνια, συνιστά την πιο έντονη φοβία που ενισχύει τη Λίγκα, επενδυμένη με ρατσιστικά αντανακλαστικά και ισλαμοφοβία. Η μετατόπιση των προτεραιοτήτων, από τους φόρους στον λυσσαλέο ανταγωνισμό που πιέζει την αγορά εργασίας, ήταν το φαινόμενο που έστρεψε τις προτιμήσεις της εργατικής τάξης του Βορρά στη Λίγκα.
Τ ο τραχύ στιλ των στελεχών του κόμματος αποτελεί έναν ακόμα ισχυρό παράγοντα επιτυχίας. Η αποστροφή απέναντι στον στομφώδη πολιτικό λόγο του κατεστημένου της Ρώμης ενισχύει την αντισυστημική ταυτότητα της Λίγκας, ενώ ταυτόχρονα τη φέρνει κοντά στη γλώσσα των καθημερινών ανθρώπων. Η ηγεσία του κόμματος αρέσκεται στο να καταρρίπτει κάθε είδους ταμπού. Η επίθεση στην πολιτική ορθότητα δεν εξαντλείται μόνον στην προώθηση της ξενοφοβίας. Σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, τα στελέχη της Λίγκας έχουν επανειλημμένα διαρρήξει την συναίνεση, αντιδρώντας στον πόλεμο του Κόλπου, τον πόλεμο στα Βαλκάνια και τη συνθήκη της Λισσαβόνας. Ταυτόχρονα, υποστηρίζουν τους δασμούς στις εισαγωγές προϊόντων από την Κίνα. Βέβαια, είναι ένα πράγμα η ρητορική κι άλλο η πράξη. Γιατί η Λίγκα δεν αμφισβήτησε ποτέ τις πολιτικές επιλογές των κεντροδεξιών κυβερνητικών σχηματισμών στους οποίους συμμετείχε. [ ] Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει όμως εξάρτηση από τον Μπερλουσκόνι. Ίσα-ίσα, αυτό που συμβαίνει είναι το αντίθετο: δίχως τη Λίγκα, ο Μπερλουσκόνι δεν θα μπορούσε να επικρατήσει, τουλάχιστον στις εκλογές του 2008. Ο εισηγητής της συμμαχίας μεταξύ των δύο, Τζούλιο Τρεμόντι, νυν υπουργός Οικονομικών, είναι, διόλου τυχαία, ο συγγραφέας ενός βιβλίου που επιτίθεται στην παγκοσμιοποίηση τόσο όσο κανείς από το κόμμα του Βελτρόνι δεν θα τολμούσε, και ταυτόχρονα ο δεύτερος ισχυρότερος πολιτικός στην κυβέρνηση μετά τον Μπερλουσκόνι.
Α ν η Λίγκα συνιστά τη νέμεση εκείνου του κομματιού του πάλαι ποτέ κομμουνιστικού κόμματος που πραγματοποίησε μια οβιδιακή μεταμόρφωση από τον κομμουνισμό στον σοσιαλφιλελευθερισμό, με μια μικρή στάση στη σοσιαλδημοκρατία, η μειοψηφία που αποπειράθηκε να επανιδρύσει τον χώρο του δημοκρατικού σοσιαλισμού επέλεξε να αυτοτιμωρηθεί. Σε αντίθεση με το 1996, όταν επέλεξε να τηρήσει τις αποστάσεις της από την κυβέρνηση συνεργασίας του Πρόντι και να τη στηρίζει κατ’ επιλογήν, το 2006 δέχθηκε να συμμετάσχει στον συνασπισμό ως πλήρες μέρος. Σε αντάλλαγμα, ο ηγέτης της Επανίδρυσης, Φαούστο Μπερτινότι, ορίστηκε πρόεδρος της Βουλής, η τρίτη ισχυρότερη θέση στην ιταλική δημοκρατία έπειτα από τον πρόεδρο και τον πρωθυπουργό, απολαμβάνοντας ένα ισχυρό πολιτικό στάτους και απεριόριστη πρόσβαση στα ΜΜΕ. Αυτή η τιμητική, αλλά κενή ουσιαστικής πολιτικής ισχύος θέση γύρισε μπούμεραγκ, αφού το μόνο που απέφερε είναι να διασφαλίσει την τυφλή υποστήριξη της Επανίδρυσης στις επιλογές του Πρόντι, εισπράττοντας το μεγαλύτερο κομμάτι της ανυποληψίας που προοριζόταν για το σύνολο του κυβερνητικού συνασπισμού. Συνεχίζοντας σ’ αυτήν τη γραμμή, η Επανίδρυση ψήφισε υπέρ των πολεμικών επιχειρήσεων στο Αφγανιστάν. Λίγο πιο πριν, ο Μπερτινότι έδινε πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης υποστηρίζοντας ότι το μεγαλύτερο σφάλμα της Αριστεράς του 20ού αιώνα ήταν ότι πίστεψε πως η βία μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο για την προοδευτική αλλαγή, κι ότι σήμερα μόνον η ολοκληρωτική απόρριψή της στο όνομα ενός «απόλυτου πασιφισμού» μπορεί να σταθεί πολιτικά. Όπως ήταν αναμενόμενο, τέτοιες επιλογές ισοδυναμούσαν με πολιτική αυτοκτονία. Κι έτσι, στις εκλογές του 2008, η Επανίδρυση εξολοθρεύτηκε, βλέποντας εκατομμύρια ψηφοφόρους να εγκαταλείπουν ένα κόμμα που ξεπούλησε την ίδια του την ταυτότητα.
*Τα κείμενα αποτελούν αποσπάσματα από ένα εκτεταμένο άρθρο του Πέρυ Άντερσον στο London Review of Books με τίτλο «An Entire Order Converted into What It Was Intended to End» (Τεύχος Μαρτίου 2009).
Σχόλια
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ