Συγγραφέας:
Σπύρος Κουτρούλης
Οι ευρωεκλογές του 2009 συνιστούν ένα τέλμα
Διαβάζοντας στον καθημερινό Τύπο τα αλλεπάλληλα σκάνδαλα στα οποία εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πολιτικά πρόσωπα, τότε πιθανόν να καταλήξουμε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Δύσκολα μπορεί να συναντήσουμε άλλη ευρωπαϊκή χώρα, με εξαίρεση την Ιταλία, της οποίας η πολιτική ζωή να έχει ξεφτίσει σε τέτοιο βαθμό και να ελέγχεται σε τέτοιο βάθος και με τέτοια ένταση από εγχώρια ή διεθνή επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα.
Επίσης διεθνώς, δεν είναι τόσο συνηθισμένο να υπάρχουν πολιτικοί, σε τέτοια αριθμητικά μεγέθη τουλάχιστον, και σε τέτοια έκταση, που να είναι έτοιμοι όχι μόνο να εξυπηρετήσουν επιχειρηματικά και οικονομικά συμφέροντα αλλά και πρόθυμα να εξαρτώνται από αυτά. Χάρη σε μια άλλη ελληνική πρωτοτυπία, την ύπαρξη ενός νομοθετικού πλαισίου που εξασφαλίζει εύκολα την παραγραφή, οι άνομες και ανήθικες αυτές σχέσεις έχουν εξασφαλίσει και τη διηνεκή ατιμωρησία.
Η πολιτική ελίτ σταδιακά απέκτησε διακριτά κοινωνικά χαρακτηριστικά, που συγκρούονται με τα συμφέροντα των εργαζόμενων και παραγωγικών τάξεων. Δεν αντιπροσωπεύουν τον λαό, με τις ποικίλες κοινωνικές συσσωματώσεις του, αλλά τα ίδια και τα οικογενειακά τους συμφέροντα. Ας φανταστούμε: Αν για το μέλος ενός σωματείου που κατηγορείται για κάποιο αδίκημα θα έπρεπε να ζητηθεί πρώτα η άδεια, για παράδειγμα της ΟΤΟΕ για τους τραπεζοϋπάλληλους ή των δικηγορικών συλλόγων για έναν δικηγόρο, για να του ασκηθεί δίωξη, όπως συμβαίνει σήμερα με τους βουλευτές και τη βουλή, σε τι έκτασης κοινωνική ανομία θα είχαμε φτάσει.
Ενδιαφέρον είναι ότι τα πρόσωπα που εκστρατεύουν κατά του λαϊκισμού λαφυραγωγούν συστηματικά το ελληνικό κράτος και τα ευρωπαϊκά προγράμματα. Ενώ θεωρητικά εκπροσωπούν, υποτίθεται, τον εκσυγχρονισμό και τον ορθολογισμό, διαπρέπουν στα ρουσφέτια και στις προσλήψεις από το παράθυρο. Έτσι, δύο με τρεις οικογένειες κυριαρχούν στην ελληνική πολιτική ζωή, ενώ χαρακτηριστικά χαμηλό είναι το μορφωτικό επίπεδο του πολιτικού προσωπικού.
Θα σταθούμε σε ορισμένες ενδιαφέρουσες περιπτώσεις, που δίνουν μια ιδιαίτερη νότα στις ευρωεκλογές. Το ΛΑΟΣ και ο Καρατζαφέρης αναπτύσσουν έναν υποτίθεται αδιαπραγμάτευτο, χωρίς εκπτώσεις, εθνικό λόγο, που συγκρούεται με την ουσιώδη συνάφεια πολιτικής και οικονομικών συμφερόντων στην ελληνική εκδοχή του. Σε ορισμένες περιπτώσεις διεκδίκησε την υπέρβαση της διάκρισης Αριστερά - Δεξιά. Βεβαίως, δεν υπάρχει τίποτε αναληθέστερο από αυτά. Η επιλογή του ως πρώτης στο ψηφοδέλτιο για την Ευρωβουλή, της Ν. Τζαβέλλα επιβεβαιώνει αυτή την άποψη.
Η Ν. Τζαβέλλα διορίστηκε από τον Κ. Μητσοτάκη διοικητής στον ΟΑΕΔ και στη συνέχεια εκλέχθηκε βουλευτής. Κατόπιν διετέλεσε αντιπρόεδρος στο Ίδρυμα Λάτση και στη συνέχεια στέλεχος στην Ιντρακόμ και αντιπρόεδρος στο Ίδρυμα Κόκκαλη. Επίσης, για ένα διάστημα ο Κ. Σημίτης την είχε διορίσει αντιπρόεδρο στην Επιτροπή Ολυμπιακών Αγώνων. Επισημαίνουμε ότι ο χαρακτήρας των θέσεων που κατείχε και στον ιδιωτικό τομέα είναι λιγότερο τεχνοκρατικός και περισσότερο «πολιτικός». Αλήθεια, με τέτοια στελέχη μπορεί το ΛΑΟΣ να αντιταχθεί στο πολιτικό κατεστημένο, στους Αμερικάνους, στα συμφέροντα του Κόκκαλη, ή μήπως θα τα εξυπηρετήσει καλύτερα από άλλους; Αλλά και οι επιθέσεις του Καρατζαφέρη στην Ντόρα τη βλάπτουν, ή αντίθετα κτίζουν το μετριοπαθές προφίλ της, που τόσο ανάγκη το έχει, δεδομένης και της οικογενειακής της προέλευσης (αποστασία, κ.ά.);
Μια άλλη ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι η τοποθέτηση της Μ. Γιαννάκου ως πρώτης στο ευρωψηφοδέλτιο της Ν.Δ. Πρόκειται για μια πολιτικό η οποία δικαίως έγινε συμπαθής από την περιπέτεια της υγείας της, αλλά αποδοκιμάστηκε στις τελευταίες εκλογές και δεν κατάφερε να εκλεγεί στη Βουλή. Ως υπουργός θα μείνει στην ιστορία για δύο πράγματα:
Πρώτον για τον αλαζονικό και θατσερικό τρόπο με τον οποίο προσπάθησε να περάσει τη νεοφιλελεύθερη απορρύθμιση της ανώτατης παιδείας, που βέβαια δεν τη βελτίωσε σε τίποτα και ούτε πέτυχε να γιατρεύσει κάποιες σοβαρές ασθένειές της, όπως την κομματοκρατία, τα κλειστά κυκλώματα στους διδάσκοντες, και την οικονομική λεηλασία.
Δεύτερον, για τον επίμονο τρόπο με τον οποίο υπερασπίστηκε την προσπάθεια αναθεώρησης της ελληνικής ιστορίας με το εγχειρίδιο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, παρά τα σοβαρά επιστημονικά λάθη που τεκμηριωμένα κατέδειξαν ιστορικοί διαφορετικής πολιτικής τοποθέτησης και προέλευσης.
Βέβαια, σταδιακά και μεθοδευμένα προσπάθησαν οι πολιτικοί φίλοι της Μ. Γιαννάκου να ξαναφτιάξουν την εικόνα της με συχνές τηλεοπτικές εμφανίσεις, δηλώσεις και άρθρα υποστήριξης από διάφορους όπως ο Θ. Βερέμης ή ο δημοσιογράφος Στ. Κασιμάτης (ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 15.5.2009).
Ο Συνασπισμός για ένα διάστημα υπήρξε ο αγαπημένος της δημοσιότητας και των δημοσκοπήσεων. Ήταν η εποχή που ο Αλαβάνος έβαζε πλάτη στις επιθέσεις κατά του αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου και υπέρ του εγχειριδίου της κ. Ρεπούση, δηλαδή σε δύο θέματα που άπτονταν άμεσα της ιδεολογικής ηγεμονίας των ελίτ. Στη συνέχεια, ο ρόλος που έπαιξε στα «δεκεμβριανά», όχι μόνο βέβαια ο εθνομηδενισμός, που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον Συνασπισμό, προβλημάτισε τα κυρίαρχα συμφέροντα, όπως έδειξαν άρθρα του Α. Παπαχελά. Τώρα ο νέος αγαπημένος γίνονται οι Οικολόγοι-Πράσινοι. Τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης κοπιάζουν καθημερινά ώστε να τους εξασφαλίσουν κοινοβουλευτική παρουσία. Ο Α. Καρκαγιάννης στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ μάς συμβουλεύει πώς, αν απορρίπτουμε τα δύο μεγάλα κόμματα, να ψηφίσουμε την Δράση του Σ. Μάνου και τους Οικολόγους-Πράσινους. Ο Γ. Κύρτσος από τον Αντέννα πλέκει το εγκώμιο των Οικολόγων.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι για να ολοκληρωθεί ο έλεγχος και το βραχυκύκλωμα της πολιτικής ζωής, θα πρέπει ο ασφυκτικός έλεγχος των παραδοσιακών κομμάτων να συμπληρωθεί με τον έλεγχο και αυτών που μπορεί να εμφανίζονται ως δυνάμει διαφορετικά ή και ανατρεπτικά.
Εμφανής είναι η μέριμνα των οικονομικών και εκδοτικών συμφερόντων να εμποδίσουν την ανάδυση άλλων δυνάμεων, που δεν ελέγχονται και δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντά τους. Αντίθετα, επιθυμούν να συνομιλούν με ένα πολιτικό προσωπικό με φεουδαρχικά χαρακτηριστικά, ουσιαστικά απαίδευτο και εύκολα χειραγωγήσιμο.
Έτσι, επιβεβαιώνοντας μια παλιά κριτική, το ελληνικό κοινοβούλιο υποβαθμίζεται τραγικά, μετατρέπεται σταδιακά σε έναν διακοσμητικό θεσμό, και η νεοελληνική δημοκρατία μεταλλάσσεται σε χρηματοκρατία.
Οι θεσμοί απώλεσαν όχι μόνο την εγκυρότητά τους, αλλά και την αντιπροσωπευτικότητά τους. Μια αλλαγή εις βάθος, ριζοσπαστική, αμεσοδημοκρατική και ασυμβίβαστη είναι η αναγκαία προϋπόθεση για να επιβιώσει η νεοελληνική κοινωνία. Όμως, για να συμβεί αυτό, χρειάζεται πολλά να γίνουν, με πρώτη προϋπόθεση ο ελληνικός λαός να εξέλθει από τον λήθαργο και την αμεριμνησία.
Οι προηγούμενες γενιές θυσιάστηκαν για αυτά που καλώς ή κακώς πίστευαν. Υπηρέτησαν την πολιτική με ασκητικό τρόπο, έγιναν ίσως οι «ιησουίτες της πολιτικής». Σήμερα πόσοι νεοέλληνες αντιλαμβάνονται την πολιτική ως προσφορά, ως μέσον για επιτευχθούν μακρύτεροι στόχοι, πόσοι δεν θεωρούν την πολιτική πλιάτσικο;