Μια τυφλή πολιτική

Συγγραφέας: 
Σταύρος Λυγερός

Δεν έχω παρά να συμφωνήσω σε όσα είπε ο κος Αλαβάνος για τα λάθη της κυβέρνησης κυρίως όσον αφορά τη στήριξη του καθεστώτος Μπερίσα. Είναι γνωστή η άποψη που κυριάρχησε στο ΥΠΕΞ, ότι «εμείς πρέπει να τα φτιάξουμε με το καθεστώς και έτσι να βοηθήσουμε την ελληνική μειονότητα να περάσει καλύτερα». Τα γεγονότα μάς έχουν διαψεύσει και παρ’όλο που τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, οι άνθρωποι είναι πολύ πιο πεισματάρηδες. Ακόμα και όταν ήταν πολύ καθαρό, όχι για τον διπλωμάτη που ασχολείται, αλλά για τον τελευταίο πολίτη αυτής της χώρας, πού πάνε τα πράγματα, παρ’ όλα αυτά οι έχοντες αναλάβει την ευθύνη μιας πολιτικής συνέχισαν στον ίδιο δρόμο και μάλιστα από ένα σημείο και πέρα προσπάθησαν να καλύψουν το σφάλμα τους κάνοντας δεύτερο, πράγματι χειρότερο. Γιατί, τέλος πάντων, ας πούμε ότι μπορεί να δικαιολογηθεί και μια λανθασμένη εκτίμηση -αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι απλώς μια λανθασμένη εκτίμηση. Για την οικονομία της συζήτησης θα προχωρήσω λίγο παρά πέρα.

Θέλω να μιλήσω λίγο για το θέμα της αλβανικής εξέγερσης. Εάν κανείς κοιτάξει τη φύση αυτής της εξέγερσης, πως ξεκίνησε, δεν μπορεί παρά να δει ότι οι αφορμές ήταν η κατάρρευση των παρατραπεζών, το γεγονός ότι χάθηκαν πάρα πολλά χρήματα ειδικά για ένα τόσο φτωχό λαό και για μια τόσο μικρή χώρα. Πάρα πολλά χρήματα. Αλλά αυτό ήταν μια αφορμή, μια ισχυρή αφορμή. Πίσω απ’ αυτό δεν μπορεί κανείς παρά να διακρίνει το γεγονός ότι υπήρχε ένα καταπιεστικό καθεστώς, ένα καθεστώς το οποίο λίγους μήνες πριν -τον Μάιο- στις βουλευτικές εκλογές δεν έκανε μια νοθεία για να αλλοιώσει το εκλογικό αποτέλεσμα αλλά ουσιαστικά κατασκεύασε ένα εκλογικό αποτέλεσμα. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από νοθεία. Δημιουργώντας αυτό που δημιούργησε: μια βουλή που ήταν ουσιαστικά μόνο το κυβερνών κόμμα και ορισμένα κόμματα δορυφόροι. Όταν φτάσαμε, λοιπόν, στην εξέγερση την είδαμε να απλώνεται μ’ έναν μοναδικό τρόπο. Κάθε εξέγερση είναι πρωτότυπη. Είδαμε να απλώνεται από πόλη σε πόλη χωρίς καμιά κεντρική πολιτική καθοδήγηση. Να φτιάχνει μια κατάσταση και είδαμε αυτή την εξέγερση κάπου να σταματάει. Είδαμε, βεβαίως και στη Σκόδρα μια ανάλογη κατάσταση. Αλλά χονδρικά -εάν εξαιρέσουμε την παραλιακή ζώνη της Σκόδρας- είδαμε να περιορίζεται στο Νότο.

Σημαίνει οπωσδήποτε και το γεγονός ότι ο Σαλί Μπερίσα, προσπάθησε να ελιχθεί. Τα κατάφερε, με τη συμφωνία της 9ης Μαρτίου, δηλαδή με το σχηματισμό της κυβέρνησης Φίνο. Και δημιούργησε μια ελπίδα και ένα ανάχωμα.

Όμως δεν ήταν αυτό το κύριο ανάχωμα. Στην Αλβανία πίσω από την αλβανική εθνική συνείδηση υπάρχει και μια αντίθεση μεταξύ Βορρά-Νότου, η οποία φαίνεται με πολύ καθαρό τρόπο, παρ’ ότι δεν πρέπει κανείς να την υπερεκτιμά όσον αφορά μελλοντικές καταστάσεις σ’ αυτή τη χώρα.

Και είναι ενδιαφέρον ότι μέσα σ’ αυτή την εξέγερση οι Έλληνες μειονοτικοί -πολλοί Έλληνες μειονοτικοί- συμμετείχαν με την ταυτότητα του Νότιου, όπως επίσης συμμετείχαν και διάφορες θρησκευτικές κοινότητες της περιοχής.

Είναι ενδεικτικό ότι ξεσηκωνόταν η μια πόλη μετά την άλλη -έτσι έπεσε το Αργυρόκαστρο και η Πρεμετή κάποια στιγμή- με το που έρχονταν οι «βόρειοι», οι δυνάμεις δηλαδή που έστελνε ο Μπερίσα. Υπήρχε, λοιπόν, ένας συμβολισμός που πηγαίνει πολύ πίσω, που έχει να κάνει με φυλετικές, θρησκευτικές αντιθέσεις αλλά και με αντιθέσεις που έχουν να κάνουν με το καθεστώς. Ωστόσο, με τη νόθα λύση που είχαμε, το σχηματισμό της κυβέρνησης Φίνο, ακριβώς επειδή δεν υπήρχε καμιά πολιτική καθοδήγηση και ένα ενιαίο σχήμα για την κατεύθυνση που έπρεπε να πάρει το πράγμα, η εξέγερση έχασε και τη δυναμική της αλλά και το στόχο της.

Ο Νότος, ο εξεγερμένος Νότος, πολύ γρήγορα, όχι μόνο δεν μπόρεσε να συγκροτήσει μια εναλλακτική λύση ή να βρει κάποιες μορφές να ασκήσει πίεση, έστω να διαπραγματευτεί πολιτικά, αλλά η εξέγερση εκεί εκφυλίστηκε σε μια κατάσταση που θα ’λεγα ότι το κύριο στοιχείο της είναι το πλιάτσικο -είναι αλβανική λέξη- η ληστεία· και βεβαίως με ένα Καλάσνικωφ στο χέρι δεν είχαμε την εκκαθάριση μόνο προσωπικών λογαριασμών, αλλά την επικράτηση της προσωπικής ισχύος. Μικρότερες ή μεγαλύτερες συμμορίες λυμαίνονται τα πάντα. Στην αρχή ήταν οι κρατικές υπηρεσίες·μέσα στην ορμή της εξέγερσης είναι πολύ κατανοητό να καταλάβει κανείς γιατί καίνε ένα αστυνομικό τμήμα ή την νομαρχία. Στη συνέχεια ήταν κάποιες επιχειρήσεις, τα μαγαζιά, και τώρα καίνε σπίτια.

Είμαστε σε μια κατάσταση που την πληρώνει αυτός ο οποίος είναι πιο ευάλωτος. Για διάφορους λόγους. Και η ελληνική μειονότητα είναι η πιο ευάλωτη.

Θα ’θελα στο σημείο αυτό να κάνω μια παρατήρηση, για να καταλάβουμε καλύτερα, επειδή, ίσως, δεν έχουμε μια πιο σαφή εικόνα γι’ αυτό που ονομάζουμε ελληνική μειονότητα. Σε πάρα πολλές περιπτώσεις όταν αναφερόμαστε σε μια μειονότητα θα μπορούσε κανείς να απαντήσει με απόλυτο τρόπο. Είναι μειονοτικός κάποιος ή δεν είναι. Είναι Αλβανός ή είναι Έλληνας μειονοτικός; Στην Αλβανία αυτό δεν συμβαίνει μ’ ένα τρόπο τόσο σαφή, όπως παράδειγμα στη Δυτική Θράκη υπάρχει ένας μουσουλμάνος ο οποίος είναι μουσουλμάνος ή δεν είναι. Στην Αλβανία υπάρχει μια γκρίζα ζώνη. Είναι κατά κάποιο τρόπο ομόκεντροι κύκλοι. Μπορεί να δει κανείς, ανθρώπους που έχουν κατά κάποιο τρόπο ρευστή εθνική συνείδηση. Κι αυτό προκύπτει για ιστορικούς λόγους. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι με την πάροδο των χρόνων, με την παρουσία της Ελλάδος (με πολλούς τρόπους), τα χρόνια από το ’91 μέχρι σήμερα, όσμωση υπήρξε σε πάρα πολλά πεδία και όχι μόνο στο οικονομικό: Στα Γιάννενα πήγαιναν όταν είχαν ανάγκη από νοσοκομείο. Από την Ελλάδα ερχόντουσαν τα υφάσματα, πούλαγαν οι άνθρωποι. Η Ελλάδα έστελνε ανθρωπιστική βοήθεια, η Ελλάδα έφτιαχνε κάποια πράγματα. Υπήρχε λοιπόν μια όσμωση πρωτοφανής στην εποχή μας για τα Βαλκάνια, η οποία δημιούργησε ένα θετικό κλίμα που επηρέασε, μαζί με τα λάθη που ήταν αρκετά. Ήταν ένα όπλο που δεν προέκυψε από το γεγονός ενός κρατικού σχεδιασμού, προέκυψε από μόνο του. Όπως προκύπτουν αυτά που είναι πολύ ισχυρά και δεν μπορεί κανείς Καζιντέντε, κανένα καθεστώς να εμποδίσει.

Δυστυχώς, με τον εκφυλισμό της εξέγερσης σ’ αυτό που βλέπουμε όλοι, η αρχική πολύ δικαιολογημένη επιφύλαξη -και το έχω γράψει- ακόμα και στην αποστολή της πολυεθνικής δύναμης, που ήμουν σαφώς αντίθετος, υποχώρησε.

Δυστυχώς όμως οι Αλβανοί αυτή τη στιγμή δεν μπορούν να βάλουν τάξη στο σπίτι τους. Και βέβαια δεν είναι η Ελλάδα που θα βάλει τάξη στην Αλβανία. Όμως, υπάρχει ένα γεγονός ζωτικής σημασίας που αφορά την Ελλάδα.

Θέλω να το δικαιολογήσω όμως αυτό, γιατί είναι εξαιρετικά ευαίσθητο ζήτημα. Όσο δεν επικρατεί η εξέγερση, όσο ο Μπερίσα είναι εκεί, όσο ο Νότος είναι άλλο πράγμα από τα Τίρανα και το Βορρά, όσο δεν υπάρχει μια πολιτική λύση που να ανοίγει το δρόμο για την αποκατάσταση της τάξης, αλλά και των οικονομικών δραστηριοτήτων, θα πρέπει να αναμένουμε παρόξυνση των ληστειών, της αρπαγής, της βιαιότητας, όλα αυτά που θέτουν σε κίνδυνο, όχι μόνο την ελληνική μειονότητα, μιλάω και για όλους αυτούς τους οποίους έχουν δημιουργήσει ειδικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Αυτοί πιέζονται και πιεζόμενοι αργά ή γρήγορα θα εγκαταλείψουν τις εστίες τους, τις πατρογονικές εστίες τους για να ’ρθουν εδώ. Αφήνοντας ένα κενό και επειδή ούτε η ζωή, ούτε η πολιτική δέχονται το κενό αυτό, αργά ή γρήγορα θα καλυφθεί. Και δεν υπάρχει κανένας λόγος να καλυφθεί. Θα έχουμε ένα ξεριζωμό ως αποτέλεσμα ενός ιδιότυπου πογκρόμ.

Από τη στιγμή λοιπόν που η εξέγερση έμεινε μεσοστρατίς και τα πράγματα έχουν φτάσει σ’ αυτή την ασταθή ισορροπία, η ελληνική κυβέρνηση, το ελληνικό κράτος έχει μια βασική υποχρέωση απέναντι όχι μόνο στην μειονότητα, αλλά και σ’ όλο αυτό το χώρο ο οποίος βλέπει προς την Ελλάδα.

Νομίζω ότι μπορεί να γίνει πλειοψηφία το βορειοηπειρωτικό στοιχείο αλλά όχι με τον τρόπο που το εννοείτε εσείς, με τον τρόπο με τον οποίο πάντα δούλευε ο ελληνισμός, δηλαδή, φτιάχνοντας Έλληνες. Δεν έχει να κάνει ούτε με το αίμα, ούτε με την καθαρότητα. Έχει να κάνει με τον πολιτισμό μ’ ένα τρόπο που μπορεί να οριοθετήσει κανείς ως τρόπο ζωής, τρόπο αντίληψης των πραγμάτων και αυτό είναι που μας ενδιαφέρει σε τελική ανάλυση, διότι η Ελλάδα, αυτή που θέλουμε εμείς τουλάχιστον, δεν είναι μια ιμπεριαλιστική Ελλάδα.

Μ’ αυτή την έννοια λοιπόν, θα ’λεγα ότι η Ελλάδα από την πλευρά της μειονότητας, αλλά και του ελληνίζοντος στοιχείου, αλλά και των Αλβανών που βρίσκουν ελπίδες στην Ελλάδα έχει και το πρόβλημα των λαθρομεταναστών και των προσφύγων. Βλέπετε τι γίνεται... Η Ιταλία η οποία δέχεται μια πίεση παρ’ ότι μεσολαβεί η Αδριατική, βάζει τα ιταλικά πολεμικά πλοία να περιπολούν ανοιχτά των χωρικών υδάτων της Αλβανίας (εντός δηλαδή αλβανικής επικράτειας, δεν έχει διαφορά αν είναι θάλασσα ή στεριά) για να αποτρέψουν επί τόπου κάποιο καράβι που θα ξεκινήσει με εκατό ή διακόσιους να περάσει απέναντι. Και φτάνοντας μέχρι το σημείο που είδαμε όλοι, το αποτρόπαιο. Ιστορικά ξέρουμε και τελευταία (’90-’92) όταν η ελπίδα για το πλοίο που θα τους μεταφέρει στον πρώτο παράδεισο, που είναι η Ιταλία και από ’κει και πέρα η Ευρώπη, όταν η ελπίδα εξανεμιστεί, αυτός ο απελπισμένος κόσμος θα κατηφορίσει προς το Νότο, συμπαρασύροντας, διότι πεινάει, δεν έχει άλλη επιλογή, συμπαρασύροντας στο δρόμο του, και αυτή τη φορά θα έρθει οπλισμένος. Είναι μια αναπαραγωγή ενός αδιεξόδου το οποίο θα δημιουργήσει μείζονα προβλήματα.

Η ελληνική Κυβέρνηση, όχι μόνο απέφυγε ν’ αναλάβει το κόστος, αλλά φτάσαμε στο γελοίο αποτέλεσμα να συμμετέχει σε μια πολυεθνική δύναμη ζητώντας να πάει στα Τίρανα.

Θέλω να είμαι δίκαιος. Είδαμε τις μέρες αυτές ν’ ακούγονται -το διαβάσαμε πρώτα σε τουρκικές εφημερίδες, πρέπει να πούμε- ότι η εξέγερση στο Νότο ήταν προϊόν ενός σχεδίου των ελληνικών μυστικών υπηρεσιών. Είδαμε, λοιπόν, ν’ ακούγονται αυτά, είδαμε βεβαίως κάποιες εφημερίδες να υιοθετούν αυτούς τους ισχυρισμούς και είδαμε -οι έχοντες μάτια να δουν και στα παρασκήνια- την πρόθεση ορισμένων εταίρων μας στην Ε.Ε. να μας πετάξουν έξω από το παιχνίδι παρ’ ότι είμαστε μια χώρα η οποία δέχεται την πίεση της αλβανικής κρίσης. Γίναμε κατηγορούμενοι την ώρα που η Ελλάδα φιλοξενεί 350.000 περίπου Αλβανούς -λαθρομετανάστες κατά πλειοψηφία- οι οποίοι εργάζονται ή κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβιώσουν. Η Ελλάδα μπορεί αυτή τη στιγμή να έχει ένα φάκελο, δεν φρόντισε το ΥΠΕΞ να πει πόσα έχουν δαπανήσει τα νοσοκομεία τα ελληνικά για να περιθάλψουν -ο ανθρωπισμός το επιβάλλει- τους Αλβανούς όλα αυτά τα χρόνια και τώρα τους τραυματίες από τις συμπλοκές. Η Ελλάδα έχει στείλει -πέρα από τα έργα που έχουν γίνει- και τη μεγαλύτερη βοήθεια στο αλβανικό κράτος για την οργάνωση διάφορων τομέων. Και είναι και κατηγορούμενη. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική διπλωματία δεν τα έχει πάει καλά και για να αποσείσει την κατηγορία που αιωρείται λέει «θα πάω στα Τίρανα». Και αναρωτιέται κανείς; μα στα Τίρανα υπάρχει μια στοιχειώδης τάξη και οικονομική δραστηριότητα -τουλάχιστον απ’ ό,τι γνωρίζουμε.

Να πάει να κάνει «τι» στα Τίρανα; Όταν το πρόβλημα και επισιτισμού και υγειονομικής περίθαλψης είναι στο Νότο. Για να μην παρεξηγηθούν οι προθέσεις μας;

Δεν είμαι πρόθυμος να δεχτώ ότι αυτή τη στιγμή θέλει να στηρίξει τον Μπερίσα παρ’ ότι ο κος Σημίτης με τη γνωστή δήλωσή του που έκανε ότι εμείς ποτέ δεν ζητήσαμε την αποχώρησή του σε κάνει να υποψιάζεσαι πράγματα που δεν θέλεις, όμως ακόμα κι αν οι προθέσεις είναι οι καλύτερες ακόμα κι αν η αποστολή της ελληνικής δύναμης στα Τίρανα προκύπτει από την πρόθεση ν’ αποδείξεις ότι δεν έχεις κακές προθέσεις, δεν έχεις βλέψεις επεκτατικές εναντίον της Αλβανίας, ρωτώ: Είναι δυνατόν να πετιέσαι εσύ έξω απ’ το χώρο μόνο και μόνο για ν’ αποδείξεις ότι είσαι αθώος; Δηλαδή ο κ...Καζιντέντε; μπορεί να είναι ευχαριστημένος ότι με την προβοκάτσια που έστησε πέτυχε το σκοπό του. Διότι στα Τίρανα θα μετατραπεί το ελληνικό τάγμα εκ των πραγμάτων σε στυλοβάτη του Μπερίσα, ειδικά εάν οδηγηθεί και η κυβέρνηση Φίνο σε συνθηκολόγηση με το Μπερίσα.

Και δεν αποκλείεται να δούμε τους Τούρκους να εγκαθίστανται στο Νότο ως τμήμα της πολυεθνικής δύναμης.

Δηλαδή θα ήταν θέατρο του παραλόγου αν δεν ήταν πραγματικότητα.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί εάν δεν αποκατασταθεί πολύ σύντομα η τάξη, η ασφάλεια και μια οικονομική δραστηριότητα, τα αποθέματα που κάθε σπίτι έχει, όχι μόνο αλβανικό αλλά και ελληνικό, θα τελειώσουν. Δεν παράγουν πλέον. Θα πεθάνουν απ’ την πείνα; Όχι θα σηκωθούν και θα φύγουν. Μετράμε μέρες δηλαδή... Πράγμα που σημαίνει ότι δεν έχεις χρόνο να έλθεις. Η παρουσία του ελληνικού Στρατού εκεί και της οργάνωσης κάποιων σταθμών για να διανείμουν ανθρωπιστική βοήθεια, να μπορέσουν να περιθάλψουν σε πρωτοβάθμιο επίπεδο κάποιους ανθρώπους, δηλαδή να αποκαταστήσουν κάπως την οικονομική ζωή και τη δυνατότητα διαβίωσης στους τόπους ήταν κάτι περισσότερο από επιβεβλημένο ακόμα και αν δεν είχαμε κανένα ενδιαφέρον και ξεγράψαμε τους Βορειοηπειρώτες και τους Αλβανούς και την Αλβανία. Γιατί; Γιατί το κύμα των προσφύγων θα σου έρθει. Κι όταν έρθει και θα περάσει τα σύνορα αναλαμβάνεις και ευθύνες, οι οποίες έχουν και οικονομικό και κοινωνικό βάρος.

Ούτε το ιδιοτελές συμφέρον δεν είναι σε θέση να δουν. Όχι μία πιο σφαιρική πολιτική που θα προωθεί, θα προασπίζει τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα. Ούτε αυτό το ιδιοτελές που όλοι βλέπουνε. Το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι κάποτε πρέπει να υπάρξει ένα τέλος σε λάθη που γίνονται στην Αθήνα και πληρώνονται αλλού. Ευχαριστώ.

web design by optimize