Νεο-οθωμανισμός στη σύγχρονη Ελλάδα

vivlio-neo-othwmanismos.jpg
Συγγραφέας: 
Κείμενο-επιμέλεια: Γιώργος Καραμπελιάς

Κείμενα: Φοίβος Αποστολόπουλος,  Γεράσιμος Καραμπελιάς,  Χρήστος Κoρκόβελος, Σπύρος Κουτρούλης, Στέφανος Κωνσταντινiδης, Ογκνυάν Μίντσεφ, Θεόδωρος Μπατρακούλης,  Γιώργος Ρακκάς,  Θέμος Στοφορόπουλος,  Θανάσης Τζιούμπας  

Σελ. 247

Τιμή: 15 ευρώ

Εισαγωγή

 

Ο νεο-οθωμανισμός αποτελεί ολοκλήρωση και επέκταση του ισλαμο-κεμαλισμού, στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων και της περιφερειακής πολιτικής. Απέναντι στην εξασθένιση των περισσότερων από τους γείτονες της Τουρκίας, γεννιέται ο «πειρασμός» για μια επεκτατική πολιτική με νέους όρους, δηλαδή έναν συνδυασμό οικονομικής, στρατιωτικής και γεωπολιτικής ισχύος, η οποία χρησιμοποιεί το Ισλάμ και τη στρατηγική συμμαχία με τη Δύση ως τους δύο πυλώνες της. Εξ ου και οι παράλληλες κινήσεις για συμμετοχή-αποσύνθεση της Ευρωπαϊκής Ένωσης –διότι η τουρκική συμμετοχή θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια «χαλαρή» Ευρώπη– και, παράλληλα, η ενίσχυση των δεσμών με τις γειτονικές χώρες, μέσω της χρήσης της ισχύος, της οικονομίας και του Ισλάμ. είτε ως ομοδοξίας, στην περίπτωση των Αράβων, των Κούρδων ή των κεντροασιατών, είτε με τη χρησιμοποίηση των μουσουλμανικών μειονοτήτων, στην περίπτωση της Ρωσίας και των Βαλκανίων.

Ο νεο-οθωμανισμός –αν και δεν ταυτίζεται, μια και διαθέτει μια αυτόνομη δυναμική–, συμβαδίζει με τους σχεδιασμούς των Η.Π.Α., της Αγγλίας, και των πολυεθνικών, που επιθυμούν να συγκροτηθεί ένας ισχυρός ατλαντικός πόλος στην Ανατολική Ευρώπη γενικότερα, και τη νοτιοανατολική ειδικότερα, ο οποίος θα εμποδίσει οποιαδήποτε επανεμφάνιση της Ρωσίας και θα προσδέσει ολόκληρη την Ευρώπη στο ατλαντικό άρμα, υποσκελίζοντας –σύμφωνα με την αμερικανική ορολογία– την «παλαιά Ευρώπη». Ο σχεδιασμός αφορά στο σύνολο της Ανατολικής Ευρώπης, Βορειοανατολικής και Νοτιοανατολικής. Ως προς τη βορειότερη, το σχέδιο στηρίζεται αποφασιστικά στην Πολωνία και επιχειρεί να εντάξει την Ουκρανία και τις Βαλτικές χώρες. Ως προς τη νότια πτέρυγα, βασικό κέντρο στήριξης αυτής της πολιτικής είναι η Τουρκία. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, κεντρικός γεωπολιτικός πόλος στην περιοχή θεωρείται η Κωνσταντινούπολη –η οποία, με τα δεκαπέντε εκατομμύρια πληθυσμό της, αποτελεί ήδη το σημαντικότερο οικονομικό κέντρο– και η Τουρκία ως η σταθερότερη δύναμη που μπορεί να αντιμετωπίσει την επανεμφανιζόμενη Ρωσία. Αυτή η στρατηγική προϋποθέτει την κονιορτοποίηση των βαλκανικών, ειδικά των ορθόδοξων, πληθυσμών, και την «ενοποίησή» τους κάτω από μια νεο-οθωμανική Τουρκία, υπό την υψηλή εποπτεία των Η.Π.Α.

 

***

Ο κεμαλισμός στηριζόταν αποκλειστικά στη στρατιωτική απειλή στο εξωτερικό, παράλληλα με την εσωτερική αναδίπλωση και την καταστολή στο εσωτερικό. Η νεο-οθωμανική στρατηγική εκτός από την στρατιωτική ισχύ πρέπει να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο την «soft power» της οικονομίας, του πολιτισμού, της διπλωματίας, εάν θέλει να συγκροτήσει, στην άμεση περιφέρειά της, μια σειρά από κράτη και δυνάμεις υποτελή ή εξαρτώμενα.

Χαρακτηριστική είναι η τουρκική στρατηγική στην Κύπρο, όπου η Τουρκία, αφού πρώτα έχει δημιουργήσει τετελεσμένα με τη στρατιωτική της ισχύ –την οποία και συντηρεί με τη στρατιωτική παρουσία στο νησί–, από ένα σημείο και μετά, αναπτύσσει μια νέα τακτική, που έχει οδηγήσει στις απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις των «κοινοτήτων». Δεν αρκείται στη διχοτόμηση, όπως κάποτε, αλλά, χρησιμοποιώντας το δόλωμα της «επανενοποίησης», απεργάζεται την ουσιαστική επικράτησή της στο σύνολο της νήσου. Το άνοιγμα της πράσινης γραμμής και οι μετακινήσεις Ελληνοκυπρίων στα κατεχόμενα και Τούρκων στην ελεύθερη Κύπρο νομιμοποιούν το έγκλημα της Κατοχής και εθίζουν τους Ελληνοκυπρίους σε μια νεο-οθωμανική Κύπρο. Στη Βουλγαρία, μέσω της τουρκικής και μουσουλμανικής μειονότητας, η Τουρκία ελέγχει τις πολιτικές εξελίξεις, μια και η μειονότητα συμμετέχει σε όλες τις κυβερνήσεις, άσχετα με τον προσανατολισμό τους και καθορίζει αποφασιστικά τη βουλγαρική πολιτική.

Έναντι της Ελλάδας, χρησιμοποιείται μια πολυεπίπεδη πολιτική. Σε ένα πρώτο αποφασιστικό πεδίο, συνεχίζεται ο στρατιωτικός εκβιασμός και εκφοβισμός σε Ελλάδα και Κύπρο, διότι μια νεο-οθωμανική Τουρκία δεν μπορεί να ανεχτεί ένα ελληνικό Αιγαίο, όπως υπογραμμίζει ο Νταβούτογλου, ενώ θέλει να ολοκληρωθεί η εγκατάλειψη της Κύπρου από την Ελλάδα. Όμως, η νεο-οθωμανική Τουρκία χρησιμοποιεί παράλληλα και τη διπλωματία, την οικονομία, τον πολιτισμό και τις μειονότητες για να προωθήσει την πολιτική της. Και η χρήση των μειονοτήτων δεν περιορίζεται στην προφανή χρήση των μουσουλμανικών μειονοτήτων στη Θράκη, αλλά περιλαμβάνει και την ίδια τη χρήση των ελληνικών ή «ρωμαίικων» μειονοτήτων στην Τουρκία! Έτσι, το Πατριαρχείο και η ελληνική μειονότητα στην Πόλη επιχειρείται να μεταβληθούν στα χέρια των Τούρκων σε όπλο για την υποταγή της Ελλάδας στην τουρκική πολιτική. Όχι μόνο διότι ο Πατριάρχης είναι υποχρεωτικά Τούρκος υπήκοος, αλλά διότι η παραμονή του πατριαρχείου στην Πόλη ενισχύει το «τουρκικό» λόμπυ στην Ελλάδα, που, με το καρότο της νοσταλγίας για τις «χαμένες πατρίδες» και την οικουμενική ορθοδοξία, θέλει να επιβάλει τη σταδιακή αποδοχή της τουρκικής επικυριαρχίας και την παράλογη στήριξη της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Έχει καταντήσει, η επίσημη Ελλάδα, να θέτει ως μοναδικό αίτημα έναντι της Τουρκίας το… άνοιγμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης!

 

***

Ωστόσο ο νεο-οθωμανισμός δεν αποτελεί πλέον μια εξωτερική απειλή και μόνο για την Ελλάδα, αλλά συνιστά μια εσωτερική παράμετρο της πολιτικής μας ζωής, δεδομένου ότι έχουν δημιουργηθεί διαρκώς ισχυροποιούμενες ομάδες συμφερόντων στην Ελλάδα και την Κύπρο, που προωθούν και υποστηρίζουν τον τουρκικό νεο-οθωμανισμό, διότι θεωρούν ότι αυτό επιτάσσουν τα συμφέροντά τους. Ομάδες συμφερόντων που έχουν ως πυρήνα τους τη διεθνοποιημένη και παρασιτική αστική τάξη της Ελλάδας, αλλά επεκτείνονται και σε πολλούς άλλους κύκλους, από ομάδες διανοουμένων και καλλιτέχνες έως προοδευτικά πολιτικά κόμματα και εκκλησιαστικούς παράγοντες και συμφέροντα, που, είτε από εθελοδουλία είτε από πολύ πεζούς και υλικούς παράγοντες (π.χ. ο πολύ μεγάλος αριθμός δίσκων, που ορισμένοι μουσικοί μας πουλούν στην τουρκική αγορά), προωθούν επίσης μια λογική «ελληνοτουρκικής φιλίας».

 Ένα μέρος των ελίτ, αναπτύσσει μια τυπικά «νεο-φαναριώτικη» αντίληψη: κάτω από την αμερικανο-οθωμανική ομπρέλα, να αποσπάσει και το παρασιτικό ελληνικό κεφάλαιο, από τις Τράπεζες έως τα ποικιλώνυμα «λόττο», ένα μερίδιο από τη βαλκανική πίτα, χωρίς να ενδιαφέρει το εάν θα θιγούν τα συμφέροντα του ελληνικού λαού ή ακόμα και εάν γίνουν εθνικές παραχωρήσεις μεγάλης κλίμακας[1]. Αν οι «δουλειές» πάνε καλά, τότε τσιμέντο να γίνει το Κυπριακό, η κυριαρχία στο Αιγαίο ή η Μακεδονία, ακόμα και οι διεκδικήσεις των Σκοπιανών. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Θεσσαλονίκη καταλαμβάνει αποφασιστικό ρόλο ως υποσταθμός και δορυφορική πόλη της Κωνσταντινούπολης και ως πόλος της ατλαντικής πολιτικής. Αυτή τη στρατηγική υπηρετούσε σχεδόν απροκάλυπτα η κυβέρνηση Σημίτη, τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια, σε αυτήν υπετάγη και η κυβέρνηση Καραμανλή, ενώ σε μια σημειολογικά φορτισμένη κίνηση ο Γιώργος Παπανδρέου, ως πρωθυπουργός, πέντε μέρες μετά την εκλογή του, τον πρώτο ξένο ηγέτη που συνάντησε τον Οκτώβριο του 2009, ήταν ο Ταγίπ Ερντογάν, και μάλιστα στην Κωνσταντινούπολη.

Έχει παρέλθει κατά συνέπεια η εποχή κατά την οποία την υποταγή στα τουρκικά κελεύσματα σε Ελλάδα και Κύπρο επέβαλλαν κυρίως τα στρατηγικά συμφέροντα των Αγγλοαμερικανών «συμμάχων» μας, και έχουμε εισέλθει σε μία περίοδο κατά την οποία η υποταγή στον νεο-οθωμανισμό καθίσταται επιλογή των ελληνικών ελίτ σε Ελλάδα και Κύπρο. Γι’ αυτό και η υποστήριξη της ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε., γι’ αυτό και η αποδοχή των τετελεσμένων της Κατοχής στην Κύπρο, γι’ αυτό και τα γλυκερά κηρύγματα της υποταγής. Από τη στιγμή που η νεο-οθωμανική Τουρκία επιστρέφει ως «μεγάλη δύναμη» στην περιοχή, ενώ παράλληλα εξασθενεί η επιρροή και η ισχύς των Αγγλοαμερικανών, ένα αυξανόμενο τμήμα των ελληνικών ελίτ ετοιμάζεται να αναλάβει ένα ρόλο σύγχρονων Φαναριωτών, αποδεχόμενο την επικυριαρχία των νέων ισχυρών της περιοχής.

***

Η λογική της υποταγής έχει βαθιές ρίζες και μακρά ιστορία στην ίδια τη διαμόρφωση και τη γένεση των σύγχρονων ελληνικών ελίτ. Η διπλή κατοχή του ελληνικού κόσμου από το 1204 και μετά, από τους Δυτικούς και τους Τούρκους, αλληλοδιάδοχα ή και ταυτόχρονα, δεν επέτρεψε στην εγχώρια αστική τάξη να αναπτυχθεί με βάση την εγχώρια παραγωγή. Τα Αμπελάκια θα καταστραφούν από τον ανταγωνισμό της δυτικής βιομηχανίας, ενώ οι Οθωμανοί Τούρκοι όχι μόνο δεν θα προστατεύουν την εγχώρια παραγωγή, αλλά θα μεταβάλουν την ίδια την οθωμανική επικράτεια σε ημι-αποικία, εξάγοντας κυρίως πρώτες ύλες –βαμβάκι, σταφίδα, καπνό– και εισάγοντας βιομηχανικά προϊόντα.

Έτσι για τους Έλληνες, αλλά και τους Αρμένιους, ο μόνος ρόλος που ήταν επιτρεπτός ήταν εκείνος του ενδιαμέσου, μεταξύ Δύσης και Οθωμανών, γι’ αυτό και η ελληνική αστική τάξη θα αναπτυχθεί ως εμπορική ή εμποροναυτική δύναμη. Γι’ αυτό και από τον 18ο αιώνα και μετά οι Έλληνες θα δρουν περισσότερο στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, στη Νότια Ρωσία, την Αυστροουγγαρία, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη ως έμποροι και, στα νησιά, ως ναυτικοί.

Συνέπεια της οθωμανικής κυριαρχίας και του εμπορο-διαμετακομιστικού χαρακτήρα των Ελλήνων επιχειρηματιών ήταν και οι ανάλογες εξελίξεις στον πνευματικό και ιδεολογικό τομέα. Ο πνευματικός «εκσυγχρονισμός» του νεώτερου ελληνισμού θα αποκοπεί από τη βυζαντινή παράδοση και θα προσκολληθεί στην Αρχαία Ελλάδα και τη δυτική νεωτερικότητα, ενώ θα εξαρτάται απόλυτα από τα δυτικά πανεπιστήμια και τυπογραφεία, το δε Βυζάντιο θα ταυτιστεί μόνο με τη θρησκευτική παράμετρο της ελληνικής πνευματικότητας· διχοτόμηση που θα πυροδοτήσει αναρίθμητες αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις στη συνέχεια. Έτσι το σύγχρονο θα ταυτιστεί με το εισαγόμενο και στην καλύτερη περίπτωση με το αρχαιοελληνικό, ενώ το εγχώριο με την παράδοση και το «ξεπερασμένο».

Και στις δύο περιπτώσεις, η βάση αναφοράς των αρχουσών ελίτ του ελληνισμού, είτε επρόκειτο για το εμπορικό κεφάλαιο είτε για τους Φαναριώτες, κληρικούς και λαϊκούς, δεν θα είναι μια οργανική σύνδεση με τον ελληνικό λαό, με παραγωγικά και δημιουργικά χαρακτηριστικά, αλλά οι ποικίλες διασυνδέσεις και εξαρτήσεις είτε με το δυτικό κεφάλαιο και τις ξένες δυνάμεις, είτε με τους Οθωμανούς είτε, κάποιες φορές, και με τους δύο ταυτόχρονα – στην καλύτερη περίπτωση, εκ παραλλήλου. Γι’ αυτό το ελληνικό κεφάλαιο θα είναι πάντα «μεγαλύτερο» από την εσωτερική συσσώρευση της Ελλάδας και της Κύπρου στη συνέχεια.

***

Η πρόσφατη λοιπόν στροφή προς τον νεο-οθωμανισμό συνιστά μια στροφή μεγάλων διαστάσεων, κυριολεκτικά ιστορικής σημασίας, που εγκαινιάζει μια νέα περίοδο της ελληνικής ιστορίας καθώς και του ιστορικού χώρου που μας περιβάλλει.

Όλη η μακρά περίοδος από την ελληνική επανάσταση μέχρι το 1974 περιγράφει τη δυτικόστροφη φάση του ελληνικού κεφαλαίου και των ελίτ, δεδομένου ότι η οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν σε παρακμή μέχρι το 1922, ενώ η Τουρκία δεν θα επανεμφανιστεί ως επεκτατική δύναμη στην περιοχή, παρά το 1974 με την εισβολή στην Κύπρο. Η παρασιτική υφή των ελληνικών ελίτ θα εκφράζεται κατ’ εξοχήν ως δυτικολαγνεία και υποταγή στα κελεύσματα των δυτικών μεγάλων δυνάμεων, της Αγγλίας και των ΗΠΑ, κατ’ εξοχήν.

Από το 1974 αρχίζει μια μεταβατική περίοδος, που θα διαρκέσει μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1990, περίοδος κατά την οποία οι ελληνικές ελίτ θα δοκιμάσουν να αντισταθούν στον αρχόμενο μετά την εισβολή στην Κύπρο νεο-οθωμανισμό της Τουρκίας, υπό τη σκέπη της Δύσης με την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προστασία.

Ωστόσο, μετά το 1990, τα δεδομένα άλλαξαν δραματικά. Τα Βαλκάνια αποσυντέθηκαν μετά την πτώση του ανατολικού στρατοπέδου, ο αραβικός κόσμος υπέστη μια ακόμα δεινή ήττα με τη διπλή εισβολή στο Ιράκ και η Τουρκία αναδείχθηκε σε έναν σημαντικό οικονομικό και γεωπολιτικό πόλο, με έναν πληθυσμό που ξεπερνάει τα 70 εκατομμύρια και εξαγωγές πολλαπλάσιες από τις ελληνικές. Μπροστά στον κίνδυνο του ριζοσπαστικού Ισλάμ για τη Δύση και την επανεμφάνιση της «ρωσικής αρκούδας», η Τουρκία καθίσταται αποφασιστικός κόμβος της νέας τάξης πραγμάτων.

Για τις ελληνικές ελίτ υπήρχαν δύο επιλογές: ή να αντισταθούν στην επέκταση του νεο-οθωμανισμού, συγκροτώντας ένα βαλκανικό και ένα μεσανατολικό μέτωπο αναχαίτισής του, όπως είχε δοκιμάσει να κάνει προς στιγμήν ο Ανδρέας Παπανδρέου, ή να αποδεχθούν τα νέα δεδομένα και να ενταχθούν στην αναδυόμενη νεο-οθωμανική πραγματικότητα, εξισορροπώντας απλώς την τουρκική επιρροή με άλλες –δυτική ή ρωσική– και πάντα με το «αζημίωτο», κερδίζοντας δηλαδή από αυτή τη νεο-οθωμανική επιχειρηματική ζώνη, τουλάχιστον σε μια πρώτη περίοδο.

Από την εποχή της τελευταίας διακυβέρνησης Παπανδρέου και κυρίως επί Σημίτη στην Ελλάδα και επί Κληρίδη στην Κύπρο, η δεύτερη γραμμή καθίσταται κυρίαρχη. Με πρωτοπόρους τους βάρδους του αντιεθνικισμού, τους διανοούμενους της Αριστεράς που θα προετοιμάσουν ιδεολογικά το έδαφος, οι ελληνικές άρχουσες τάξεις στη δεκαετία του 2000 θα γίνουν σταδιακά νεο-οθωμανικές. Το Σχέδιο Ανάν και η πολιτική Χριστόφια, ο Γιώργος Παπανδρέου και η Ντόρα Μπακογιάννη, τα τουρκικά σίριαλ στην τηλεόραση, η αλλοίωση της ιστορίας, οι τεράστιες επενδύσεις της Εθνικής Τράπεζας στην Τουρκία και ο αυξανόμενος ρόλος του ελεγχόμενου από τους Τούρκους Πατριαρχείου στην ελλαδική Εκκλησία, είναι εκφάνσεις αυτής της νέας πραγματικότητας στην οποία σταδιακώς, με ομοιοπαθητικά αυξανόμενες δόσεις, εθίζεται ο ελληνικός λαός.

Και όμως η Τουρκία δεν είναι παντοδύναμη, όπως φαντάζονται οι ανίκανες πνευματικές και πολιτικές ηγεσίες μας. Δεν είναι, σε καμία περίπτωση, κάτι ανάλογο με την παλαιά οθωμανική Αυτοκρατορία. Όχι μόνο διότι αντιμετωπίζει το μόνιμο και αξεπέραστο αγκάθι του κουρδικού, αλλά και διότι έχει δίπλα της δυνάμεις που μπορούν να βάλουν φραγμό στην επεκτατικότητά της. Η Ρωσία, το Ιράν, ο αραβικός κόσμος και μια, επιτέλους, ενωμένη Βαλκανική, μπορούν ή θα μπορούσαν να υποχρεώσουν τη νεο-οθωμανική Τουρκία σε αναδίπλωση και αποδοχή μιας σχετικής ισορροπίας δυνάμεων.

Και το κλειδί μιας ενωμένης Βαλκανικής  το κρατάει σήμερα η Ελλάδα, όπως ίσως κάποτε το κρατούσε η Γιουγκοσλαβία. Μόνον η Ελλάδα και η Κύπρος μπορούν να θέσουν οριστικά τέλος στην προοπτική της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την παράλληλη συγκρότηση ενός βαλκανικού ευρωπαϊκού πόλου, που θα αποτελεί γέφυρα μεταξύ Δυτικής και Ανατολικής Ευρώπης και θα διαμορφώνει εκείνες τις συμμαχίες που θα δρουν αποτρεπτικά έναντι του νεο-οθωμανικού επεκτατισμού.

Με μια προϋπόθεση: Την προϋπόθεση μιας εσωτερικής   επ-ανάστασης του ελληνισμού. Μιας καθολικής ανατροπής του κυρίαρχου μεταπρατικού –οικονομικού, πολιτισμικού και πολιτικού– προτύπου, με στροφή προς μια αυτόκεντρη, οικολογική, αποκεντρωτική ανάπτυξη. Μιας ιδεολογικής επανάστασης που θα επαναφέρει στο επίκεντρο των αξιών του ελληνισμού τον πατριωτισμό, την άρνηση του χυδαίου καταναλωτισμού, την ισότητα και την ελευθερία. Που θα ενώσει, επιτέλους, τον «ένδοξό μας βυζαντινισμό» και την αρχαία ελληνική πολιτειότητα, τη λαϊκο-επαναστατική παράδοση του ’21 και της Αντίστασης,  με τον Διαφωτισμό, σε μια, εδώ και οκτώ αιώνες, αναζητούμενη αλλά ανολοκλήρωτη σύνθεση.

Και όλα αυτά δεν αποτελούν όνειρα ή αθεμελίωτες ονειροφαντασίες. Αποτελούν προϋποθέσεις της επιβίωσής μας και ταυτόχρονα συμπλέουν, συμβαδίζουν με τις δυνατότητες και τις τάσεις της μετα-παγκοσμιοποιητικής εποχής στην οποία έχουμε εισέλθει.  Αρκεί ο ελληνικός λαός να το θελήσει, αποτινάζοντας επί τέλους την αίσθηση της ανημπόριας και την ιστορική κατάθλιψη που τον διαπνέει.

Γι’ αυτό και τη ραδιογραφία του νεο-οθωμανισμού, που επιχειρούμε, δεν πρέπει να τη δούμε ως μια πρό(σ)κληση σε απαισιοδοξία και εγκατάλειψη, αλλά ως μια ρεαλιστική αποτύπωση και καταγραφή ενός φαινομένου, και κατά συνέπεια ως μια πρόκληση για την ανάλογη απάντηση, για την επ-ανάσταση που χρειαζόμαστε. Και επί τέλους, όπως τόνιζε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Απαισιοδοξία του λογικού και αισιοδοξία της βουλήσεως».

Γ. Κ



[1] Αυτή η στρατηγική είχε πρωτοεμφανιστεί στο παρελθόν υπό τη μορφή της ελληνο-τουρκικής ομοσπονδίας που προωθούσε η μετεμφυλιακή δεξιά και η χούντα: «Έξι μήνες μετά την πρωθυπουργοποίησή του, ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, σε συνέντευξη που έδωσε στην καθημερινή εφημερίδα της Κωνσταντινουπόλεως, Μιλιέτ, και που δημοσίευε η εφημερίδα αυτή στις 28 Ιουνίου 1968, δήλωσε: “Ακούγονται ακόμη οι φωνές του Ατατούρκ και του Βενιζέλου… Πρέπει να ενώσουμε τις δύο ακτές του Αιγαίου”. Ο Τούρκος δημοσιογράφος τον ρώτησε τότε εάν με την ένωση δύο χωρών εννοούσε ομοσπονδία. “Θέλω ιδιαιτέρως να υπογραμμίσω”, απάντησε ο Παπαδόπουλος, “την πίστη μου στην αναγκαιότητα πραγματοποιήσεως αυτής της ομοσπονδίας… Εάν είχα μαγική δύναμη θα έκανα το παν για την πραγματοποίηση της ομοσπονδίας και θα οδηγούσα πάραυτα τον λαό μας προς αυτήν την κατεύθυνση”. Το 1969 και το 1970, ο “αρχηγός της ελληνικής επαναστάσεως” έκανε μεγάλη προσπάθεια για να αναπτύξει την ελληνοτουρκική φιλία. […]. Αλλά χρειάστηκε να περιμένει τη στρατιωτική επέμβαση στην Άγκυρα, στις 12 Μαρτίου 1971, για να πάρει ευμενή ανταπόκριση από την απέναντι όχθη. Έγινε πρώτα η δήλωση του Μετίν Τοκέρ, γαμπρού του Ισμέτ Ινονού, που ήρθε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 1971. Έλεγε πως, κατόπιν της συναντήσεώς του με τον Παπαδόπουλο, ήταν πλέον πεπεισμένος ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός επιθυμούσε ειλικρινά την τουρκοελληνική φιλία. Άλλωστε, επρόκειτο να δημοσιεύσει στη Μιλιέτ, δηλώσεις του […]

 Οι δηλώσεις του Παπαδόπουλου δημοσιεύτηκαν πράγματι , στις 29 Μαΐου 1971. Από τις ερωτήσεις έβγαινε καθαρά ότι η πραγματοποίηση της συνομοσπονδίας εξαρτούνταν από δύο όρους: την ύπαρξη και από τις δύο πλευρές του Αιγαίου ισχυρών κυβερνήσεων·  και τη λύση του Κυπριακού. […]. Όσο για το Κυπριακό, η γνώμη του “αρχηγού της ελληνικής επαναστάσεως”, ήταν πως η λύση του δεν ήταν αναγκαίο προηγούμενο, διότι διαφορετικά θα κινδυνεύαμε, είπε, “να χάσουμε το πέταλο για το καρφί”. Και πρόσθεσε: “Εγώ, προσωπικά, πιστεύω ότι η ιστορία μας οδηγεί προς μία ομοσπονδία της Τουρκίας με την Ελλάδα. Θα πραγματοποιηθεί ίσως σε 20 ή 50 χρόνια. Αλλά θα πραγματοποιηθεί. Πρέπει να δεχθούμε πως είμαστε μικρές χώρες. Εάν έχουμε την ένωση, τότε η δύναμή μας έναντι των μεγάλων χωρών δεν θα διπλασιαστεί απλώς, αλλά θα πολλαπλασιαστεί… Ο κ. Ερίμ πρέπει να γνωρίζει ότι αυτό που λέει ο κ. Παπαδόπουλος το πιστεύει και θα το κάνει… Δηλώνω κατηγορηματικά ότι θα κάνουμε αυτό που κηρύττουμε… Ήμουν στο κρεβάτι μου όταν το έμαθα (τον σεισμό του Μπινγκέλ στην ανατολική Τουρκία). Η πρώτη σκέψη υπήρξε… με ποιον τρόπο η Ελλάς θα μπορούσε να βοηθήσει την Τουρκία στη δύσκολη αυτή στιγμή. Πιστέψτε με, δεν επρόκειτο περί απλής ανθρωπιστικής στάσεως, αλλά διότι η Τουρκία είχε κτυπηθεί». Από το βιβλίο του Δημήτρη Κιτσίκη, Ιστορία του ελληνοτουρκικού χώρου (1928-1973), σσ. 305-307. Εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της Εστίας», Αθήνα.

 

           

Σελ. 7-16.

Aπό τον «οικουμενισμό» στον νεο-οθωμανισμό*

του Γιώργου Καραμπελιά

 

Ο Χρήστος Γιανναράς, ο πιο γνωστός, ίσως, διανοούµενος της νεο-ορθοδοξίας –η οποία αποτέλεσε µια σηµαντική ιδεολογική προσπάθεια πνευµατικής αντίστασης του ελληνισµού–, επαναλαµβάνει διαρκώς τις ιερεµιάδες του εναντίον του Αδαµάντιου Κοραή, του Διαφωτισµού και της «ελλαδικής επαρχιωτίλας», ενώ παραπέµπει νοσταλγικά στην κοινότητα της Αυτοκρατορίας και τη «διπλή ηγεµονία». Εσχάτως δε, προχωράει ακόµα πιο πέρα, ταυτίζεται, εκών ή άκων, ανοιχτά µε τα ιδεολογήµατα των κ.κ. Κουλούρη και Ρεπούση περί «ανεκτικής» Οθωµανικής Αυτοκρατορίας, του κυρίου Σηµίτη για συνεκµετάλλευση του Αιγαίου και του εναέριου χώρου και του Χριστόφια για την Κύπρο, εάν ο «σώφρων» Ερντογάν παραιτηθεί από τον κεµαλικό επεκτατισµό:

Οφείλουµε να αναγνωρίσουµε ότι η Οθωµανική Αυτοκρατορία ήταν η ανεκτικότερη στη συνύπαρξη κοινωνικών οµάδων µε τη δική της η καθεµιά κοινωνική-πολιτιστική συνοχή. Οµάδων [ ] που ωστόσο συζούσαν αρµονικά και κοινωνούσαν τη χρεία, όχι και την πίστη.

Ο εθνικισµός οδήγησε τους Τούρκους να συγκροτήσουν κράτος, µε προϋπόθεση συνοχής τις εξακολουθητικές γενοκτονίες και εθνοκαθάρσεις, τον έλεγχο του πολιτικού βίου από τον στρατιωτικό βούρδουλα. Και ο εθνικισµός [ ] οδήγησε τον Ελληνισµό στο ιστορικό του τέλος, τον µετάλλαξε από κοσµοπολίτικη πρόταση πολιτισµού σε βαλκανική καχεξία, µε αποφορά επαρχιωτίλας, «µπαίγνιο» Σκοπιανών και Αλβανών.

Το όνειρο µπορεί να προετοιµάσει ένα µεταεθνικιστικό µέλλον για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. [ ] Αν η Τουρκία παραιτηθεί από τις επεκτατικές βλέψεις του κρατικού εθνικισµού της, [ ] είναι άραγε αδύνατο να βρεθεί πολιτικά ρεαλιστική λύση συνεκµετάλλευσης των πηγών ενέργειας ή κοινής χρήσης θαλάσσιου και εναέριου χώρου;

Μοναδικό κοµµάτι ελληνικής γης όπου η Τουρκία έχει κάπως ευλογοφανή στρατηγικά ενδιαφέροντα προστασίας των νοτιοανατολικών της περιοχών είναι η Κύπρος. Εντελώς παραδειγµατικά, και για να εικονογραφηθούν οι στοχεύσεις ελληνοτουρκικών σχέσεων σε ένα µεταεθνικιστικό µέλλον, θα µπορούσε κανείς να προβληµατιστεί πολιτικά µε το ενδεχόµενο: Θα αποτελούσε ξεπέρασµα των διαφορών να αποδεχθεί η Τουρκία τίµια αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστηµα στο νησί (χωρίς καταπίεση, αλλά και χωρίς εκβιαστικές απαιτήσεις της µειονότητας), µε αντάλλαγµα να διεκδικηθούν από κοινού και να παραχωρηθούν στους Τούρκους οι σηµερινές βρετανικές βάσεις στη Μεγαλόνησο;

Καλλιέργεια προοπτικών µεταεθνικιστικού µέλλοντος θα οικοδοµούσε στην τουρκική κοινωνία ελπίδα απελευθέρωσης από την κεµαλική στρατοκρατία. Και στους Έλληνες προσδοκία ανάκαµψης από τόσης αισχύνης ιστορικό τέλος1.

Πρόκειται για καθολική αναθεώρηση τόσο των παλιότερων απόψεών του, όσο και για κατάφωρη παραβίαση της ίδιας της ιστορικής πραγµατικότητας: Η Οθωµανική Αυτοκρατορία δεν σήµαινε εξισλαµισµούς, παιδοµάζωµα (πάνω από 1.000.000 παιδιά και έφηβοι στις ευρωπαϊκές περιοχές), αναρίθµητες σφαγές και δηώσεις, πνευµατική αποτελµάτωση και παρακµή, αλλά ήταν µια όαση «ανθρωπισµού», την οποία κατέστρεψε ο εθνικισµός, που οδήγησε τους Τούρκους σε αγριότητες. Και, επειδή η Ελληνική Επανάσταση και οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες όλων των βαλκανικών λαών, έως το 1922, «υποχρέωσαν» τους Τούρκους να γίνουν εθνικιστές, είµαστε και ολίγον, έως πολύ, υπεύθυνοι για τις αγριότητες… των Τούρκων! Για το Αιγαίο, λοιπόν, συνεκµετάλλευση, για δε την Κύπρο συγκυριαρχία, µε τουρκικές βάσεις! Με µία προϋπόθεση και µόνον, να ηττηθεί ο «κακός» κεµαλισµός.

Επέπρωτο όµως να ακολουθήσει και το επόµενο βήµα: Από την υιοθέτηση µιας χωρίς προϋποθέσεις «ελληνοτουρκικής φιλίας» µέχρι την υπαγωγή µας στον νεο-οθωµανισµό δεν έλειπε παρά ένα βήµα, το οποίο ήταν εν τέλει αναπόφευκτο. Διότι, «ελληνοτουρκική φιλία» µε τους σηµερινούς συσχετισµούς δύναµης και τις σηµερινές συνθήκες στα Βαλκάνια, δεν µπορεί παρά να οδηγήσει σε αναγνώριση της τουρκικής επικυριαρχίας και υπαγωγή στον νεο-οθωµανισµό, µε τους πιο ταπεινωτικούς όρους.

Εγκλωβισµένος στα ασφυκτικά αυτά δεδοµένα, ο τυχόν ανήσυχος Έλληνας πρέπει να διαλεχθεί µε τα ρεαλιστικά και οξυδερκή πολιτικά οράµατα του κ. Νταβούτογλου από θέσεως µηδενικής, κυριολεκτικά, ισχύος. Δεν έχει πια η Ελλάδα περιθώρια να διαπραγµατευθεί παρά µόνο, έναντι οποιουδήποτε τιµήµατος, την ιστορική συνέχεια ελληνικής παρουσίας στον 21ο αιώνα, τη διάσωση (αποτροπή εξαφάνισης) του ελληνόφωνου κρατιδίου. Οι Τούρκοι αποκλείεται να αγνοούν ότι µπορούν, οποιαδήποτε στιγµή θελήσουν, να καταλύσουν το διαλυµένο και διεφθαρµένο κρατίδιο που µόνο «επανίδρυση» θα το έσωζε.2 [ ]

Η Ελλάδα βρίσκεται λοιπόν σε θέση «µηδενικής ισχύος» και δεν έχει περιθώρια παρά να διαπραγµατευτεί έναντι οποιουδήποτε τιµήµατος την ιστορική συνέχεια του ελληνισµού, µια και οι Τούρκοι µπορούν οποιαδήποτε στιγµή θελήσουν να καταλύσουν το διαλυµένο και διεφθαρµένο κρατίδιο, εξάλλου απλώς ελληνόφωνο. Βέβαια, µετά από µια καταιγιστική, και ολίγον καταθλιπτική, κριτική δεκαετιών του ελληνικού κράτους, ως απλώς ελλαδικού «µορφώµατος» –Finis Graeciae και άλλα ηχηρά παρόµοια– κάποια στιγµή υπάρχει και το αναπόφευκτο συµπέρασµα. Ας καταφύγουµε στις αγκάλες του νεο-οθωµανισµού.

Θα συζητούσαν, ίσως, οι Τούρκοι να δώσουν εγγυήσεις παράτασης της ελληνικής παρουσίας, αν πεισθούν ότι υπάρχει συµφερότερη γι’ αυτούς πολιτική από την τµηµατική ή συνολική προσάρτηση των ελληνικών εδαφών. Το ενδεχόµενο διαπραγµάτευσης υποδηλώνεται στην περίπτωση Νταβούτογλου: Με τη δική του πολιτική λογική, συµφερότερη για την Τουρκία είναι η οθωµανική προοπτική αυτοκρατορίας, όχι η κεµαλική προοπτική του εθνικιστικού κρατισµού. Η αυτοκρατορία σήµαινε πάντοτε «τάξη πραγµάτων» (ordo rerum), το είδος της ειρηνικής συνύπαρξης διαφορετικών λαών και εθνοτήτων που εγκαινίασε η Ρώµη (pax romana), µε άξονα ενότητας έναν ηγεµονικό λαό διαχειριστή κοινών για όλους πολιτιστικών προτεραιοτήτων Ο κ. Νταβούτογλου µοιάζει να θέλει την Τουρκία όχι σε ρόλο κρατικής «περιφερειακής υπερδύναµης» που υπηρετεί µιαν αµερικανική Παγκόσµια Τάξη Πραγµάτων και προϋποθέτει την «εσωστρέφεια» του κεµαλικού εθνικισµού. Θέλει την Τουρκία φορέα του ισλαµικού πολιτισµού, µε ηγετικό ρόλο στην προαγωγή της συνύπαρξης χωρών που βρίσκονταν κάποτε κάτω από την οθωµανική κυριαρχία. Να αποκτήσει ο ισλαµικός πολιτισµός, στον γεωγραφικό χώρο της άλλοτε οθωµανικής επικράτειας, πολιτική προτεραιότητα έναντι του εθνικού κράτους, το οποίο, ως τυπικά δυτικό προϊόν, είναι δυσαφοµοίωτο στην Ανατολή. 3.

Εδώ πλέον χάνεται κάθε επαφή µε την πραγµατικότητα. Η νεο-οθωµανική Τουρκία είναι ισχυρή µόνον για τα βαλκανικά µεγέθη και µάλιστα µετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και την κατάρρευση του σοβιετισµού, αλλά, ταυτόχρονα, εσωτερικά υπονοµευµένη από το κουρδικό και τις λοιπές εσωτερικές της αντιθέσεις –αντιθέσεις, που οι πάντες υπογραµµίζουν. Μια χώρα η οποία, από την παλιά οθωµανική Τουρκία, που κατείχε τη µισή λεκάνη της Μεσογείου, έχει διατηρήσει τη Μικρά Ασία και ένα τµήµα της Θράκης, και όµως συγκρίνεται µε τη Ρώµη και την pax romana! Επί πλέον, ο συγγραφέας εξωραΐζει ανυπόφορα τους Τούρκους και το οθωµανικό παρελθόν, αποκρύπτοντας το γεγονός πως η «οθωµανική ειρήνη» ποτέ δεν στηρίχτηκε σε κάποια πολιτισµική υπεροχή, αλλά πάντοτε στο ξίφος, τη λεηλασία και την κυριαρχία πάνω σε ανώτερους πολιτισµούς, τον αραβικό, τον ελληνικό, τον περσικό εν µέρει. Αντιπαραθέτει, τέλος, τον νεο-οθωµανισµό στον κεµαλισµό, ξεχνώντας πως ο πρώτος προϋποθέτει την ισλαµοκεµαλική σύνθεση στο εσωτερικό της Τουρκίας. Και σε αυτό το ειδυλλιακό και εξωπραγµατικό –από άποψη συσχετισµού δυνάµεων– κλίµα, έρχεται να κολλήσει και ο ρόλος των Ελλήνων νεο-φαναριωτών:

Με αυτή την πολιτική λογική, οι µόνοι µε τους οποίους θα µπορούσε να συζητήσει ο κ. Νταβούτογλου (και τους χρειάζεται ως καταλύτη ρεαλισµού των στόχων του) είναι οι Έλληνες. [ ] Με ποιες προϋποθέσεις η προτεραιότητα του πολιτισµού µπορεί να αναδείξει την Τουρκία ως άξονα µιας αυτοκρατορικής «ειρήνης» στον χώρο της άλλοτε οθωµανικής κυριαρχίας µε όρους όχι αντιπαλότητας, αλλά συνεργασίας µε τη Δύση; Αυτό µπορούν οι Έλληνες, για δεύτερη φορά στην Ιστορία, να το χειριστούν για λογαριασµό των Τούρκων αποτελεσµατικά4.

Αυτός λοιπόν είναι ο ιστορικός ρόλος των Ελλήνων: να χειριστούν για λογαριασµό των Τούρκων αποτελεσµατικά τις σχέσεις της Τουρκίας µε τη Δύση. Και µάλιστα για δεύτερη φορά στην Ιστορία!

Κεµαλισµός και τουρκικό Ισλάµ

Οι Τούρκοι, όπως γνωρίζουµε, χρησιµοποίησαν ορισµένους Έλληνες ραγιάδες, µετά την κατάκτηση, ως ανώτερους κρατικούς υπαλλήλους διότι οι ίδιοι ήταν µάλλον αγράµµατοι –παρότι περιοδικά τους καρατοµούσαν–, καθώς και τους Έλληνες, Εβραίους και Αρµένιους εµπόρους, ενώ οι ίδιοι κρατούσαν στα χέρια τους τον στρατό και τη διοίκηση. Παράλληλα, βέβαια, συνέχιζαν το παιδοµάζωµα, τις εκτοπίσεις και τις σφαγές των Ελλήνων, ιδιαίτερα εκείνων που δοκίµαζαν να αντισταθούν.

Όλα αυτά υπήρξαν συνέπεια της ταχύτατης επέκτασης ενός νοµαδικού και σχετικά ολιγάριθµου λαού σε µια τεράστια έκταση, από το Μαρόκο και το Άντεν έως τη Βιέννη. Υποχρεωτικά λοιπόν υπήρξε ένα καταµερισµός εργασίας, που ανέθεσε σε τµήµατα των κατακτηµένων λαών κάποιες λειτουργίες, που στην Αίγυπτο π.χ. αφορούσαν στους Μαµελούκους, αλλού στους τοπικούς φυλάρχους, κ.λπ.

Όλες οι µεγάλες αυτοκρατορίες πραγµατοποιούσαν έναν ανάλογο καταµερισµό,  στηριζόµενο στα συγκριτικά πλεονεκτήµατα που διέθετε ο κατακτητικός λαός. Οι Έλληνες µε τον Αλέξανδρο διέθεταν την τεράστια πολιτιστική τους υπεροχή έναντι των κατακτηµένων λαών, γι’ αυτό και στηρίχτηκαν στη γλώσσα και τον πολιτισµό κατεξοχήν. Οι Ρωµαίοι διέθεταν το συγκριτικό πλεονέκτηµα της κρατικής οργάνωσης και της δηµιουργίας υποδοµών που επιβιώνουν µέχρι σήµερα –δρόµοι, λιµάνια, υδραγωγεία–, το Βυζάντιο στηριζόταν σε ένα συνδυασµό του ελληνικού πολιτισµού, της ρωµαϊκής οργάνωσης και της ορθόδοξης πνευµατικότητας.

Οι αυτοκρατορίες των µογγολικών και τουρανικών φύλων, από την Κίνα έως την Ινδία, την Περσία, την Αραβική Αυτοκρατορία, τη Ρωσία και την Οθωµανική Αυτοκρατορία, πλεονεκτούσαν αποφασιστικά στον τοµέα του πολέµου και µειονεκτούσαν στους λοιπούς. Γι’ αυτό και παντού η ηγεµονία τους στηριζόταν πάντοτε στην προτεραιότητα του ξίφους και θα προσπαθεί να χρησιµοποιεί εγχώριους, που διέθεταν ανώτερο πολιτισµό, στους υπόλοιπους τοµείς. Όταν όµως, µπροστά στις οικονοµικές και κοινωνικές εξελίξεις που έφερε η ανάπτυξη του καπιταλισµού στη Δύση, οι Οθωµανοί Τούρκοι απώλεσαν και το συγκριτικό πλεονέκτηµα του ξίφους, διότι πλέον η στρατιωτική κυριαρχία απαιτούσε υψηλό βαθµό οικονοµικής, κοινωνικής και πολιτισµικής συγκρότησης, άρχισε η κατάρρευση της Αυτοκρατορίας, που την οδήγησε στα πρόθυρα της πλήρους αποσύνθεσης µετά τον Α΄ Παγκόσµιο Πόλεµο.

Οι Νεότουρκοι και ο Κεµάλ διέγνωσαν την ανάγκη της µετάβασης στο εθνιστικό στάδιο των Τούρκων, ως συνέχεια του αυτοκρατορικού. Δηλαδή την οικοδόµηση ενός οµοιογενούς –κατά το δυνατόν– τουρκικού έθνους, µε την εκδίωξη και την εξόντωση των χριστιανικών κοινοτήτων και εθνών και την ενσωµάτωση των µουσουλµανικών πληθυσµών στον τουρκισµό. Αυτή η στρατηγική ολοκληρώθηκε µε την εκδίωξη των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης το 1955-1960 και τη δηµιουργία, συχνά εκ του µηδενός, και µε την άµεση κρατική στήριξη, µιας εγχώριας βιοµηχανίας, ενός συνεκτικού εκπαιδευτικού µηχανισµού και ενός κράτους που να διοικείται εξ ολοκλήρου από Τούρκους.

Πλέον το νέο τουρκικό κράτος δεν είχε ανάγκη από Έλληνες ή Αρµενίους για να διαχειρίζονται την οικονοµία του, αντίθετα τους εξόντωσε και ανέδειξε µια νέα εθνική τουρκική ελίτ στη θέση τους. Το µόνο στοιχείο αποτυχίας αυτής της στρατηγικής υπήρξε η εθνική επιβίωση των Κούρδων, που σε αντίθεση µε άλλους µουσουλµανικούς πληθυσµούς δεν εντάχθηκαν στο µουσουλµανικό-κεµαλικό melting pot. Και εδώ έγκειται η διαστρέβλωση που επιχειρεί όλη η φιλο-οθωµανική ελληνική ελίτ – πολιτικών και διανοουµένων. Παρουσιάζουν τον κεµαλισµό ως αντίπαλο του Ισλάµ, ενώ στην πραγµατικότητα ο κεµαλισµός επιχείρησε –και επέτυχε σε µεγάλο βαθµό– να µετατρέψει το τουρκικό Ισλάµ σε τουρκικό έθνος. Ο δε νεο-οθωµανισµός δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιστροφή του τουρκισµού ως αποφασιστικού παράγοντα στην περιοχή, µε βάση την εσωτερική οικονοµική, δηµογραφική και στρατιωτική ισχύ του τουρκικού έθνους. Η καταιγιστική επανεµφάνισή του αποτελεί συνέπεια της κρίσης όλων σχεδόν των αντιπάλων του στην περιοχή και έχει ως αφετηρία την επιτυχηµένη εισβολή στην Κύπρο το 1974, όπου, καθόλου τυχαία, στην προεδρία της κυβερνήσεως βρισκόταν ο «κεµαλιστής» Ετσεβίτ και στην αντιπροεδρία ο «ισλαµιστής» Ερµπακάν. Εν συνεχεία, η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και του Ανατολικού στρατοπέδου, η ουσιαστική διάλυση του Αραβικού κόσµου µε τη διπλή εισβολή στο Ιράκ, η αποσύνθεση της Γιουγκοσλαβίας και η εσωτερική οικονοµική ηθική και πνευµατική παρασιτοποίηση της Ελλάδας, προσέφεραν ιδεώδεις συνθήκες για την ανάπτυξη του νεο-οθωµανισµού. Επί τριάντα πέντε χρόνια, τουλάχιστον, όλα µοιάζουν να είναι ευνοϊκά για την Τουρκία, εκτός από το κουρδικό αγκάθι.

Ο νεο-οθωµανισµός εµφανίζεται, και εν µέρει συνιστά, µια όψη της ισλαµο-κεµαλικής σύνθεσης, διότι η ενίσχυση του Ισλάµ σε όλον τον µουσουλµανικό κόσµο προσφέρει την ευκαιρία στην Τουρκία να χρησιµοποιήσει και την ισλαµική παράµετρο, παράλληλα µε τα λοιπά οικονοµικά και γεωστρατηγικά της όπλα. Έτσι το Ισλάµ αποτελεί ένα όπλο για την αποδυνάµωση της κουρδικής εθνικής ταυτότητας, την επαναπροσέγγιση µε όλες τις µουσουλµανικές µειονότητες ή πλειονότητες –όπως στην Αλβανία– των Βαλκανίων, για επανασύνδεση µε τις τουρκόφωνες ή µη µουσουλµανικές χώρες της Κεντρικής Ασίας, για την διείσδυση στον αραβικό κόσµο. Κατά συνέπεια, ακόµα και αν δεν υπήρχε κάποιο γηγενές ισλαµικό κύµα στο εσωτερικό της Τουρκίας, θα έπρεπε να εφευρεθεί! Γι’ αυτό και την απαρχή της γενικευµένης επανισλαµοποίησης της Τουρκίας θα τη βρούµε στον ακραιφνή κεµαλικό στρατηγό Κενάν Εβρέν, που µε σύµβουλο τον Οζάλ θα ενισχύσει τους µουσουλµανικούς µεντρεσέδες και τις ισλαµικές οργανώσεις στην Τουρκία µετά το 1980. Ο τουρκισµός, επειδή θέλει να ενσωµατώσει τους κουρδικούς πληθυσµούς στο εσωτερικό και να παρέµβει στο εξωτερικό, έχει ανάγκη από το Ισλάµ, κατά τον ίδιο τρόπο που στα 1922 είχε ανάγκη από τον κεµαλισµό για να συγκροτήσει εσωτερικά το τουρκικό έθνος-κράτος.

Οθωµανισµός και νεο-οθωµανισµός

Υπό αυτές τις συνθήκες οι Τούρκοι δεν έχουν πλέον ανάγκη τους Έλληνες, ως «µεσολαβητές» µε τη Δύση ή ως οικονοµικούς «ενδιάµεσους», διότι και τη µεσολάβηση µε τη Δύση την έχουν αναλάβει πλέον οι ίδιοι αυτοπροσώπως και µάλιστα µε εξαιρετική αποτελεσµατικότητα, και στο οικονοµικό πεδίο αποτελούν ήδη την 17η χώρα στον κόσµο από την άποψη του ΑΕΠ. Σε τι λοιπόν θα χρειάζονταν την Ελλάδα και τους Έλληνες νεοφαναριώτες; Και όµως, ο κύριος Γιανναράς πιστεύει πως µπορεί να κάνει κάποιες «υποδείξεις» στον Νταβούτογλου:

Θα είχε ενδιαφέρον ένας Έλληνας να υποδείξει στον κ. Νταβούτογλου τη δυνατότητα, προκειµένου να καταστεί η Τουρκία άξονας πολιτιστικής συνοχής (µε συνέπειες πολιτικής συνύπαρξης) των χωρών της άλλοτε οθωµανικής επικράτειας. Αν αποδεχθεί την υπόδειξη, τότε ο Έλληνας θα µπορούσε να παζαρέψει τη συµπερίληψη και της Ελλάδας στην πολιτική συνύπαρξη. [ ] Θα µπορούσε εποµένως να συµπεράνει κανείς ότι το πολιτικό όραµα του Αχµέτ Νταβούτογλου για την Τουρκία θα αποκτούσε ρεαλιστική βάση, µε τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

Πρώτον, αν συνειδητοποιηθεί από τους φορείς του οράµατος ότι η οθωµανική (αυτοκρατορική) προοπτική της Τουρκίας είναι ασυµβίβαστη µε τον εκδυτικισµό της, άρα και µε τον κεµαλισµό, τα δυτικά ιδεολογήµατα περί λαϊκού (άθρησκου) κράτους. Τα τελευταία χρόνια η πλειονότητα του λαού µοιάζει να συνειδητοποιεί αυτή την αλήθεια. [ ]

Τρίτον, να λειτουργήσει η Ελλάδα ως πολιτισµικός (άρα και πολιτικός) καταλύτης δηµιουργικής συµπόρευσης αυτής της µετα-βυζαντινής Ανατολής (υπό τη Νεο-οσµανική ηγεσία) µε τη µετα-ρωµαϊκή Δύση (υπό την ηγεσία των Βρυξελλών). Η Δύση διεκδικεί τη συνέχεια του αρχαιοελληνικού κληροδοτήµατος, η Τουρκία τη συνέχεια του Βυζαντίου. Η υπαγωγή του σηµερινού Ελλαδισµού υπό την οθωµανική επιρροή, µε παράλληλη τη µετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θα ήταν ίσως η τελευταία ευκαιρία να επανέλθει, µε ενεργό µετοχή, στο ιστορικό γίγνεσθαι ο Ελληνισµός. Αν διέσωζε ελληνικότητα το ελλαδικό κρατίδιο5.

Πρόκειται όντως για ένα φαντασιώδες σενάριο, το οποίο αγνοεί επιδεικτικά και σκανδαλωδώς την αντικειµενική πραγµατικότητα. «Ένας Έλληνας» (στη συγκεκριµένη περίπτωση ο κ. Γιανναράς) υποδεικνύει στον Τούρκο υπουργό Εξωτερικών πως η Τουρκία µπορεί να καταστεί «άξονας πολιτιστικής συνοχής των χωρών της άλλοτε οθωµανικής επικράτειας». Έλληνες και Τούρκοι, Σέρβοι και Κοσοβάροι θα αποκτήσουν «πολιτιστική συνοχή» υπό την επικυριαρχία της Τουρκίας! Θανάσιµοι και προαιώνιοι αντίπαλοι, που µόνο µια µακρόχρονη ισορροπία δυνάµεων θα τους επέτρεπε να συµβιώσουν ειρηνικά και ισότιµα, θα ενταχθούν εθελόδουλα κάτω από την οθωµανική κυριαρχία! Και δεν βλέπει ο «Έλληνας» συνοµιλητής του κ. Νταβούτογλου πως η υπαγωγή µας υπό οθωµανική κυριαρχία, στο παρελθόν, έγινε διότι οι Τούρκοι κατέλαβαν και υπέταξαν τον ελληνικό και ορθόδοξο κόσµο των Βαλκανίων και ότι οι παλαιοί Φαναριώτες είχαν υπέρ αυτών το ελαφρυντικό, ότι λειτουργούσαν υπό κατοχήν και υπηρετούσαν εξ ανάγκης τους Οθωµανούς.

Ακόµα περισσότερο, ο Γιανναράς ανασυστήνει την Οθωµανική Αυτοκρατορία από τις στάχτες της, ξεπερνώντας και τα πιο υπεραισιόδοξα όνειρα των Τούρκων τουρανιστών: Η Δύση της Ευρώπης ανήκει στις Βρυξέλλες και η Ανατολή στη νεο-οθωµανική Τουρκία, υπό την ηγεµονία της οποίας θα πρέπει ασµένως να υπαχθούµε! Έτσι ταυτίζεται απολύτως µε την αγγλοαµερικανική στρατηγική, που βλέπει την Ευρώπη να διευρύνεται προς την Τουρκία, αφήνοντας απέξω τον ορθόδοξο πόλο και τη Ρωσία. Και ο «ορθόδοξος» Γιανναράς, αντί έστω να δει µια συµµαχία µε την ορθόδοξη Ευρώπη, προτείνει την υπαγωγή µας στο φιλοδυτικό τουρκικό Ισλάµ, ευθυγραµµιζόµενος απόλυτα µε την αµερικανική στρατηγική.

Και όµως, ευτυχώς για µας, τα πράγµατα δεν είναι καθόλου έτσι. Η Τουρκία δεν αποτελεί τον µοναδικό και πανίσχυρο πόλο της Ανατολής. Διότι εκτός από τη Ρωσία, στο ίδιο το Ισλάµ αισθάνεται ήδη τον ανταγωνισµό του σιιτικού Ιράν, ενώ ο αραβικός κόσµος δεν θα βρίσκεται αιωνίως στη σηµερινή κατάσταση καθίζησης. Η ίδια η Τουρκία στο εσωτερικό της έχει να διαχειριστεί τόσο το άλυτο κουρδικό ζήτηµα, όσο και την υποβόσκουσα σύγκρουση ανάµεσα στο «ελληνο-σιιτικό» Ισλάµ του αλεβιδισµού µε τη σουνιτική επανισλαµοποίηση. Τέλος, µια νέα εκδοχή βαλκανικής συµµαχίας, όπως εκείνη του 1912, θα µπορούσε να αντιτάξει στον τουρκικό όγκο έναν ανάλογης δυναµικότητας βαλκανικό πόλο. Και για κάτι τέτοιο θα αρκούσε µία προϋπόθεση, να εµποδιστεί η είσοδος της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ίδια η Ελλάδα, αν αποφάσιζε να αντιµετωπίσει ενεργώς την τουρκική απειλή, διαθέτει ακόµα ένα εθνικό εισόδηµα που αντιστοιχεί στα 2/5 του τουρκικού σε τρέχουσες τιµές και αγωνίζεται υπέρ βωµών και εστιών. Όλες λοιπόν οι θρηνωδίες, πως είµαστε χαµένοι πριν δώσουµε τη µάχη και πως οι Τούρκοι µπορούν όποτε θέλουν «να καταλύσουν το διαλυµένο και διεφθαρµένο κρατίδιο», αποτελούν επιχειρήµατα εκείνων που δεν θέλουν να δώσουν τη µάχη.

Ο Γιανναράς έχει δίκιο όταν υπογραµµίζει πως το έθνος-κράτος µας έχει γίνει ασφυκτικό και µας χρειάζεται µια «έξοδος» από τα µετριοκρατικά πλαίσιά του, δεδοµένου ότι η Ελλάδα και η Κύπρος, ως κρατικές οντότητες, δεν διαθέτουν τα µεγέθη για µια αυτόνοµη εσωτερική ολοκλήρωση. Αυτή την έξοδο αναζητούσαν  οι σοβιετόφιλοι κοµµουνιστές στο ανατολικό στρατόπεδο και οι «ευρωπαϊστές» στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι επίσης αλήθεια ότι  µια οργανική «έξοδος» για τον ελληνισµό θα ήταν η µόνη ανασύσταση του ιστορικού µας χώρου, δηλαδή του παλιού «βυζαντινού χώρου» των Βαλκανίων, της Μαύρης Θάλασσας, της καθ’ ηµάς  Ανατολής. Το ερώτηµα είναι οι όροι της πραγµατοποίησης αυτής της εξόδου. Το τίµηµά της θα είναι η υποταγή µας στον νεο-οθωµανισµό, ή αντίθετα µια συστηµατική προσπάθεια για την οικοδόµηση ενός βαλκανικού πόλου, ικανού να προωθήσει την ανασύσταση αυτού του ιστορικού χώρου µε όρους αυτονοµίας των επί µέρους συνιστωσών; Όπως έχουµε δείξει πάµπολλες φορές τα τελευταία χρόνια, αυτή η διαδικασία της βαλκανικής ολοκλήρωσης καθυστέρησε δραµατικά εξ αιτίας της εθνοτικής αποδόµησης της Γιουγκοσλαβίας, που ίσως ακόµα δεν έχει καν ολοκληρωθεί. Η βαλκανική αποδόµηση πρόσφερε µάλιστα στην Τουρκία τον πειρασµό και την τεράστια ευκαιρία να καλύψει τον κενό χώρο και να διεισδύσει εκ νέου στα Βαλκάνια. Ωστόσο αυτό δεν σηµαίνει πως, µεσοπρόθεσµα ή σε βάθος χρόνου, αυτή η ολοκλήρωση δεν θα τεθεί και πάλι, διότι την θέτει η ιστορία, η γεωγραφία, ο πολιτισµός µας. Το ζήτηµα είναι να ανθέξουµε  έως τότε, και να πάρουµε τα κατάλληλα µέτρα για την επιτάχυνση αυτής της ανασυγκρότησης.  

Έτσι, διαµορφώνονται αντικειµενικά δύο ανταγωνιστικές προτάσεις για την ανασύσταση της καθ’ ηµάς Ανατολής, η µία είναι η νεο-οθωµανική και η άλλη είναι η βαλκανική, στηριγµένη στην ορθόδοξη ταυτότητα, σε πιθανή συµµαχία µε τη Ρωσία.

Και επειδή η Ελλάδα, µετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και την εθνική ταπείνωση των Σέρβων, συνιστά, εκούσα ή άκουσα, τον κυριότερο πόλο µιας πιθανής βαλκανικής ανασύνθεσης, γι’ αυτό η πραγµατοποίηση του νεο-οθωµανικού σεναρίου δεν µπορεί να πραγµατοποιηθεί µε απλή ένταξη της Ελλάδας σε µια «νεο-οθωµανική σφαίρα», αλλά προϋποθέτει την πλήρη υποταγή της Ελλάδας και της Κύπρου. Γι’ αυτό και η Τουρκία συνεχίζει τη στρατιωτική παρουσία στην Κύπρο και την επιθετικότητα στο Αιγαίο, χαλώντας το παιγνίδι των εγχώριων νεο-οθωµανών, που εµφανίζονται έτσι «οθωµανικότεροι» των Τούρκων!

Ο ελληνισµός και η νεο-οθωµανική στρατηγική έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση και αυτό δεν µπορούν να το ανατρέψουν ούτε οι πολιτικοί ούτε κάποιοι διανοούµενοι είτε του εκσυγχρονιστικού και του «ανανεωτικού» χώρου, είτε του πατριαρχικού. Βέβαια µπορούν να κάνουν και κάνουν πολλά, δηλαδή µας αφοπλίζουν, κυριολεκτικά και ιδεολογικά, απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα. Ωστόσο δεν µπορούν, τουλάχιστον για αρκετά χρόνια ακόµα, να ξεπεράσουν τους όρους του θεµελιώδους ανταγωνισµού ελληνισµού και τουρκισµού.

Μέσα από µια περίεργη αναστροφή, µια πανουργία της ιστορίας, δυτικόφιλοι και διεθνιστές, άθεοι και ορθόδοξοι, αριστεροί και δεξιοί, διανοούµενοι και επιχειρηµατίες, δηµοσιογράφοι και πολιτικοί, πατριαρχικοί και βρυξελλόβιοι, καταλήγουν στα ίδια συµπεράσµατα που µε µια εµβληµατική φράση –finis Graeciae– είχε συνοψίσει ο Γιανναράς: Πλέον καµία µάχη δεν αξίζει να δοθεί και θα πρέπει να παραδοθούµε στη µοίρα µας. [  ]

 

* Απόσπασµα από το βιβλίο Νεο-οθωµανισµός και ελληνική ταυτότητα, που κυκλοφορεί από τις “Εναλλακτικές Εκδόσεις”.

 

1. Χρήστος Γιανναράς, «Προσβλέψεις σε µέλλον µετα-εθνικιστικό», Καθηµερινή, 17-06-07.

2. Χρήστος Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου», Καθηµερινή, 30 Αυγούστου 2009.

3. Χρ. Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου», Καθηµερινή, 30 Αυγούστου 2009.

4. Χρ. Γιανναράς, «Η πρόκληση Νταβούτογλου», Καθηµερινή, 30 Αυγούστου 2009.

5. Χρ. Γιανναράς, «Νεο-οσµανιδών και Βρυξελλών γεφύρωση» Καθηµερινή, 6 Σεπτεµβρίου 2009.

 

 

 Σελ. 179-192

web design by optimize