Τστου σπιτ’
στου Κακουσάλεσ’
δεν ματαξαναγυρνώ
και στάνες και βοβάλες
όλα να γίνουν ρημαδιό
Γιάννης Μηλιώκας
Στη δεκαετία του ’50 και του ’60, το σύνδρομο του εθνικόφρονος ρεβανσισμού και της ανέχειας της υπαίθρου έσπρωχνε τους αγρότες στο να παίρνουν των ομματιών τους και να μεταναστεύσουν εντός ή εκτός της χώρας. Εκεί και τότε, η κοινωνία από κεκτημένη ταχύτητα εξακολουθούσε να είναι αγροτοκεντρική, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου με τα Ψηλά βουνά* του και με τον ηθικό εγκωμιασμό του ανθρώπου της υπαίθρου δεν είχε ακόμη βγει εκτός μόδας, ενώ το αναγνωστικό του δημοτικού σχολείου με τη Λόλα και τα άλλα τρυφερά όντα έδειχνε σαφή προτίμηση σε αγροτικά σκηνικά, στα πρωτοβρόχια και στη σπορά, στον θερισμό και στον τρύγο... Φυσικά υπήρχε και ο «εκσυγχρονιστικός» λόγος της εποχής και ο Ευάγγελος Αβέρωφ, που αναφερόταν στην «ευλογία της μετανάστευσης», όμως τότε οι προοδευτικές δυνάμεις διατηρούσαν εν μέρει τας φρένας και μπουγέλωναν με κάθε δυνατή ευκαιρία αυτό το «γνωμικό» του Ηπειρώτη πολιτικού, αποδοκιμάζοντας τη συναίνεσή του στην ερήμωση πολλών περιοχών της υπαίθρου και στην καταδίκη χιλιάδων ανθρώπων στη μαύρη ξενητειά...
Τα χρόνια πέρασαν, ο αγροτικός πληθυσμός και γενικότερα ο πληθυσμός της υπαίθρου έγινε μειοψηφικός, η ανοδική ποιότητα ζωής στις πόλεις έφτασε να κάνει προτιμότερη ακόμη και την κατοίκηση των παλιών γεωργών σε θλιβερά ημιυπόγεια πολυκατοικιών. Από τη μια πλευρά το «αθηναϊκό κράτος» έφτανε σε τρομερά πληθυσμιακά μεγέθη και λειτουργούσε όλο και περισσότερο σαν οικονομική μαύρη τρύπα στη συνολική διαχείριση των εθνικών πόρων, από την άλλη πλευρά η ελληνική περιφέρεια βίωνε μιαν αυξανόμενη απόκλιση από το μέσο εθνικό επίπεδο προσπελασιμότητας, πολιτιστικών και ψυχαγωγικών γεγονότων, υποδομών υγείας και προστασίας απέναντι σε έκτακτα γεγονότα. Ήταν η εποχή της απαξίωσης και της απομάγευσης της υπαίθρου, που επέτρεπε σε τραγουδοποιούς όπως ο Μηλιώκας να ομνύουν κατά της βουκολικής ζωής, ή σε «διασκεδαστές» όπως ο Χάρρυ Κλυνν να παράγουν γέλιο, διαχειριζόμενοι τον πρωτογονισμό ενός κτηνοτροφικού τύπου όπως ο Χαράλαμπος Τραμπάκουλας...
Μπριζολοκρατία και ντόπιο στριπτίζ
Το χειρότερο όμως δεν είχε έλθει, και το «χειροτερότερο» δεν είχε διαφανεί… Η απαξίωση της «αγροτικής τάξης πραγμάτων», η υστέρηση του μεγαλύτερου κομματιού της ελληνικής περιφέρειας έναντι του κέντρου, η διαφθορά και λεηλασία των συνεταιρισμών, προπάντων δε η ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης πολιτικής για την ενεργητική προσαρμογή στην ευρωπαϊκή και διεθνή αγορά, κατέληξε στη δραματική υποχώρηση της ελληνικής γεωργίας. Χαρακτηριστική ήταν η εξέλιξη του κτηνοτροφικού τομέα: Η χώρα με τα 80 εκατ. στρέμματα εν δυνάμει βοσκοτόπων, έφτασε το 2007 να έχει έλλειμμα σε κρέατα, αβγά, γάλα κ.λπ. ύψους 1.594 εκατομμυρίων ευρώ, μόνο στις συναλλαγές της με τις χώρες της ΕΕ**. Οι τομάτες Βελγίου, τα λεμόνια Αργεντινής, το μέλι Βουλγαρίας, οι πατάτες Αιγύπτου και τα ρόδια από το Ιράν έγιναν κλασικές μορφές μιας παταγώδους εγχώριας αποτυχίας. Από τη μια πλευρά η «μπριζολοκρατία» στους ανά την επικράτεια ταβερνοχώρους, ήθελε τον Έλληνα αποστασιοποιημένο από την παραδοσιακή διατροφή και επεφύλασσε άκρα περιφρόνηση στο πάλαι ποτέ λιτοδίαιτον του Έλληνος. Από την άλλη πλευρά, δεν απουσίαζε και μια ψευτοεπιστροφή στην παράδοση (“return to the roots”, θα το έλεγε ο Τζίμης Πανούσης), με κάποια καθαρόαιμα ελληνικά κρέατα ή προϊόντα, που δεν μπορούσαν όμως να αναστρέψουν την κατάσταση. Όπως ακριβώς δεν θα μπορούσε να αναστρέψει την κατάσταση το «ντόπιο στριπτίζ», αγνώστου ευρεσιτεχνίας, που έφερε στην επιφάνεια ο Μάνος Στεφανίδης*** – χωρίς υποθέτω να έχει πρόθεση να το εντάξει σε μια λογική αντιμετώπισης του ελλειμματικού εμπορικού ισοζυγίου....
Ψυχαγωγική ψευτοΰπαθρος
Το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά, ο νόμος του συγκριτικού πλεονεκτήματος στη διαμόρφωση του καταμερισμού των έργων –σαν ένας νευτώνειος νόμος περί παγκόσμιας έλξης– φαίνεται να προκαθορίζει ένα μέλλον αποαγροτοποίησης της χώρας, με ορισμένους αγροβιομηχανικούς θύλακες στα πεδινότερα σημεία της και την υπόλοιπη ύπαιθρο να αποδίδεται σε χρήσεις αναψυχής και τουρισμού. Ιδού μια προέκταση των προβλέψεων της «Καταστασιακής Διεθνούς», για την επερχόμενη ψυχαγωγική ψευτοϋπαιθρο! Η δυναμική προς τη κατεύθυνση αυτή είναι εν μέρει αυθόρμητη, εν μέρει χαλκεύεται από μεγαλοπαράγοντες της ευρωπαϊκής οικονομίας, εν μέρει ενισχύεται από την κομφορμιστική προσχώρηση των πολιτικών ευρείας κατανάλωσης, εν μέρει τρέφεται από την παθητικότητα της κοινωνίας των πολιτών.
Και όμως, σ’ αυτή την περίοδο έξαρσης των προβληματισμών για τα αγροτικά, υπάρχουν και περισσεύουν τοποθετήσεις για τη δυνατότητα μιας άλλης πορείας. Έγκυροι αναλυτές του ΕΘΙΑΓΕ και όχι μόνο, επιβεβαιώνουν τη δυνατότητα μιας παραγωγικής ανάτασης της γεωργικής υπαίθρου, με την πολυαπασχόληση των αγροτών, με την παραγωγή ποιοτικών προϊόντων ταυτοποιημένων, με την άρθρωση της ποιοτικής γεωργικής παραγωγής και του τουριστικού τομέα –με το τσίπουρο, τις φρέσκες τομάτες και τα αλανιάρικα κατσίκια να καταλαμβάνουν τη θέση του τζιν τόνικ και της μπριζόλας βοείου κρέατος Αργεντινής. Υπάρχει η δυνατότητα μιας καθαρής βιολογικής παραγωγής σε ένα υψηλής ποιότητας περιβάλλον, με μια νέου τύπου αγροτιά, σε αντιπαράθεση με την ιδεολογική αγκύλωση στις οικονομίες κλίμακας, στην απόλυτη εξειδίκευση, στον ακραίο καταμερισμό έργων.
Ο απασχολούμενος στην ύπαιθρο μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό από τον τύπο που ενσάρκωνε ο Τσάρλυ Τσάπλιν στους «Μοντέρνους Καιρούς» – ως καρικατούρα του μονοδιάστατου εργαζόμενου. Οι δε προβληματιζόμενοι και βλέποντες τα πράγματα σκούρα λόγω της επιδιωκόμενης «ευθανασίας» της παραδοσιακής ελληνικής γεωργίας –το 2013 γαρ εγγύς, που θα ’λεγε ο Λιακόπουλος–, μπορούν να κάνουν μια θεραπευτική χρήση του σαιξπηρικού γνωμικού: «Η θλίψη είναι μια μορφή οκνηρίας».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
* Ζαχαρία Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, εκδόσεις ΕΣΤΙΑ, Αθήνα 1919.
**Γιάννη Τόλιος, Περιβάλλον και αγροτική πολιτική σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2009.
*** Μάνος Στεφανίδης, «Στριπτίζ ντόπιο!», Ελευθεροτυπία 21.1.2005.
Σχόλια
Η κατάσταση των αγροτών