Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

1204.jpg
Συγγραφέας: 
Γιώργος Καραμπελιάς

Εισαγωγή: Σπύρος Βρυώνης  

Γ΄Έκδοση

Τιμή: 35 ευρώ

Σελ. 576

  • Εισαγωγή του Σπύρου Βρυώνη στη Γ΄ Έκδοση

Όπως πολλοί προγενέστεροι μελετητές –αλλά εν τέλει και η ίδια η κοινωνία– ο Γιώργος Καραμπελιάς επιχειρεί να ορίσει και να εντοπίσει χρονολογικά (σε μια ευρύτατη ιστορική κλίμακα) την περίοδο κατά την οποία αναδύθηκαν για πρώτη φορά οι «ιδέες», που σφραγίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα. Το ανά χείρας πόνημα του δεν συνιστά ούτε μια παραδοσιακή πολιτική ιστορία ούτε μια καθαρή ιστορία των ιδεών, αποτελεί μάλλον μια πολιτισμική ιστορία υπό την ευρύτερη έννοια του όρου.

Σε αντίθεση με μεγάλο μέρος προγενέστερων προσεγγίσεων ο συγγραφέας εγκαθιδρύει μια συνεκτική διαλεκτική μεταξύ της εξωτερικής και εσωτερικής δυναμικής της δυτικής (βασικά ιταλικής στην προέλευση της) πρωτο-αποικιοκρατίας και των αμυντικού χαρακτήρα βυζαντινών αντιδράσεων (εσωτερική αναδίπλωση σε μια συντηρητική θρησκευτικότητα).

Σε όλα τα κομβικά σημεία των επισημάνσεων και των ερμηνειών του, αναφέρεται σε συγκεκριμένες διασυνδέσεις μεταξύ της εξωτερικής και εσωτερικής δυναμικής, ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες/πεποιθήσεις του Βυζαντίου και εκείνες των Ιταλών αποικιοκρατών, προκειμένου να εντοπίσει την γένεση των «ιδεών» των σύγχρονων Ελλήνων και της Ελλάδας γενικότερα. Ως μόνιμη επωδό δε, συγκρίνει την ανάδυση και την άνθηση των ιταλικών πόλεων-κρατών με τις αρχικές επιτυχίες των Βυζαντινών, αλλά και με την τελική αδυναμία τους να οικοδομήσουν επί τη βάσει της ήδη κατακτημένης δημιουργικότητάς τους, νεώτερες και θετικές εξελίξεις για μια ολοκληρωμένη άνθηση μιας βυζαντινής εκδοχής της Αναγέννησης Μια καταστρεπτική πολιτικοοικονομική ιστορική αλληλουχία στέρησε τελικά το Βυζάντιο από τις απαραίτητες προϋποθέσεις για μια τέτοια άνθηση.

Χαρακτηρίζει το ύστερο Βυζάντιο ως μια κοινωνία που υπερείχε ποιοτικά και όντως καινοτομούσε στη σφαίρα των τεχνών, της λογοτεχνίας και των κλασσικών σπουδών· και όντως διαπιστώνεται όχι μόνο ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον για τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς, αλλά και η ύπαρξη ενός μικρού σώματος διανοουμένων-γραφειοκρατών που ενδιαφέρονταν για τη μετάφραση της αρχαίας λατινικής λογοτεχνίας και των μεσαιωνικών λατινικών εκκλησιαστικών κειμένων.

Κατά την πραγμάτευση αυτών των «θετικών» εξελίξεων στα ελληνικά γράμματα και τις τέχνες, στην περίοδο μετά το 1071, προβαίνει σε παραλληλισμούς με ανάλογες πολιτισμικές εξελίξεις στην κουλτούρα της πρώιμης ιταλικής Αναγέννησης. Αυτός ο παραλληλισμός προσφέρει, δικαιολογημένα, την ευκαιρία στον συγγραφέα, να ανασκευάσει ορισμένες πτυχές της δυτικής ιστοριογραφίας, παλαιότερης κοπής, η οποία συνέκρινε εξαιρετικά δυσμενώς το ύστερο Βυζάντιο με τις κατακτήσεις της ιταλικής αναγέννησης. Αν και οι πιο πρόσφατες βυζαντινές σπουδές έχουν κάνει πολλά βήματα για να μετριάσουν την αρνητική απολυτότητα της παλαιότερης βυζαντινολογίας, παραμένουν ωστόσο σημαντικές επιβιώσεις της στη συνολική αντίληψη για το  Βυζάντιο της παλαιολόγειας περιόδου. Απέναντι σε μια τέτοια μεροληπτική αντίληψη, ο Καραμπελιάς προχωράει σε μια πολεμική, τις βασικές προκείμενες της οποίας και καταδεικνύει επαρκώς, με τις βαθύτερες ρίζες αυτών των προκαταλήψεων, που βρίσκονται στον Φαλμεράϋερ και τους οπαδούς του, καθώς και σε νεο-φαλμεραϋανούς όπως ο Romilly Jenkins και ο Cyril Mango. Επισημαίνει πως αυτή η αρνητική προκατάληψη για το ύστερο Βυζάντιο είχε αναπτυχθεί σε ένα βαθμό και από τους Έλληνες λογίους, κατά την πρώτη περίοδο της ίδρυσης του νεώτερου ελληνικού κράτους, όταν είχαν επιλέξει την πρόσδεση στην κλασική Αθήνα σε αντίθεση με τις παραδόσεις του Βυζαντίου.

Εν τέλει, σε αυτόν τον πρώτο τόμο, ο συγγραφέας επικεντρώνει την πραγμάτευσή του σε αυτή τη νέα μορφή βυζαντινού πολιτισμού και παιδείας που, ακόμα και στη χοάνη της συντηρητικής Οθωμανικής αυτοκρατορίας, κατόρθωσε να διαμορφώσει μια ελληνική εκδοχή του σύγχρονου Διαφωτισμού. Αυτός ο εκτενής –μια αληθινή πρόκληση για γόνιμο προβληματισμό–  τόμος, θέτει ένα μεγάλο μέρος της προκαταρκτικής εργασίας για τους δύο τόμους που θα ακολουθήσουν και θα εξετάσουν την επίδραση τόσο των αρχαίων ελληνικών όσο και των βυζαντινών παραδόσεων και «ιδεών» στη διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού.

 

Διαβάστε τη συνέχεια της εισαγωγής του Σπ. Βρυώνη εδώ:

 

  • Εισαγωγή του Γιώργου Καραμπελιά

 

Tο 1204 χρονολογία κατά την οποία κατεστράφη ολοσχερώς η Κωνσταντινούπολη, συμπαρασύροντας το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου– παραμένει σχεδόν άγνωστο ή αγνοημένο από τους περισσότερους Έλληνες[1]. Η παράδοξη, από πρώτη άποψη, αυτή αποσιώπηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύον ή παρεμπίπτον συμβάν –ένα ακόμα από τα αναρίθμητα ελλείμματα του νεώτερου ελληνισμού– αλλά ενέχει τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος.

Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειάς του με τον βυζαντινό, καθώς, στην πραγματικότητα, το πρώτο «έθνος-κράτος» –ή κράτη– του νεώτερου ελληνισμού συγκροτείται κατά τη λεγόμενη υστεροβυζαντινή εποχή. Παράλληλα, και συναφώς, αυτή η παρασιώπηση συνεπάγεται την απόκρυψη των αποικιακού τύπου σχέσεων που εγκαθιδρύθηκαν έκτοτε ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου παραχαράσσοντας, επί πλέον, την ίδια την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο αποφασιστικό κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρό­τηση της Δύσης.

Η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου στη Δύση, η οποία επέτρεψε την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού ορισμένους αιώνες αργότερα[2], θα εγκαινιαστεί εδώ, στην Ανατολή, και θα αφορά κατ’ εξοχήν στην απομύζηση του βυζαντινού χώρου και των αραβικών περιοχών από τις ιταλικές πόλεις –Βενετία και Γένουα κυρίως– και τους Φράγκους. Η πρώτη σύγχρονη αποικιακή αυτοκρατορία, η Βενετία[3], θα δημιουργηθεί λεηλατώντας τα ελληνικά εδάφη. Ιόνια, Πελοπόννησος, Κρήτη, Εύβοια, Κύπρος, Κυκλάδες, Σαλαμίνα, Αίγινα κ.λπ. θα αποτελούν για πολλά χρόνια ή και για πολλούς αιώνες τμήματα αυτού του νεώτερου αποικιακού σχηματισμού. Και το ίδιο θα συμβεί, σε μικρότερη κλίμακα, με τη Γένουα – Χίος, Λέσβος, Κριμαία, Γαλατάς κ.λπ. Ωστόσο, η ιστοριογραφία εξακολουθεί να θεωρεί ως απαρχή της αποικιακής εξάπλωσης τις πορτογαλικές και ισπανικές επιδρομές στην Αφρική, την Ασία και τον Νέο Κόσμο, τρεις ή τέσσερις αιώνες μετά!

Η συσσώρευση πλούτου απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο και ο έλεγχος του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται από τους Δυτικούς σε όλη τη μακρά περίοδο που αρχίζει από τον 11ο αιώνα, φθάνει μέχρι τον 18ο και κορυφώνεται με την αποικιοκρατία τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού, όταν πια η πρωταρχική αποικιακή συσσώρευση θα συνδυαστεί και με τη βιομηχανική παραγωγή. Η μετατροπή της Δύσης –που έβγαινε από τον Μεσαίωνα– σε κυρίαρχη δύναμη προϋπέθετε την υφαρπαγή του συσσωρευμένου πλούτου και τον έλεγχο του εμπορίου του ευρύτερου ελληνικού και αραβικού κόσμου, ούτως ώστε να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της Ευρώπης από την Ανατολή στη Δύση και από τη Μεσόγειο στον Βορρά. Αποφασιστικός ενδιάμεσος σε αυτή τη διαδικασία υπήρξαν η Βενετία και οι λοιπές αποικιακές ιταλικές πόλεις· στη συνέχεια, ακολούθησαν και πάλι χώρες της μεσογειακής και νότιας Ευρώπης, η Ισπανία και η Πορτογαλία στην Ιβηρική, που θα καταστήσουν παγκόσμια την αποικιακή εξόρμηση, ενώ πολύ αργότερα θα έλθουν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Φλάνδρα και εν τέλει η Αγγλία, που θα εγκαινιάσει και τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Καθόλου τυχαία και σχεδόν εντελώς συμβολικά, σε αυτή την πρώτη μεγάλη αποικιακή εξόρμηση, που έγινε υπό το έμβλημα του ιερού πολέμου, συμμετείχε συνασπισμένη ολόκληρη η Δύση: Ιταλοί και Φράγκοι προπαντός (ο Βαλδουίνος, Φράγκος «βασιλιάς» της Κωνσταντινούπολης, είναι πρόγονος της βασιλικής οικογένειας του Βελγίου), Νορμανδοί και Άγγλοι (ο Ριχάρδος ο «Λεοντόκαρδος» κατέλαβε την Κύπρο), Ισπανοί και Καταλανοί (πασίγνωστη η ληστρική δράση της «Καταλανικής Εταιρείας»), Ναβαρραίοι κ.λπ. Και βέβαια, πανταχού παρόντες οι Λατίνοι κληρικοί και οι μοναχοί από όλα τα δυτικά μοναχικά τάγματα, με πρωτοστάτες τους Ιωαννίτες και Ναΐτες ιππότες, τους «πολεμιστές του Θεού». Θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν όλες οι μορφές της «πρωταρχικής συσσώρευσης» και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ληστεία και αρπαγή, στην οποία θα διακριθούν ιδιαίτερα οι Καταλανοί και τα μοναχικά τάγματα, φεουδαλική κατάτμηση και εκμετάλλευση των αγροτών, φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και μαστιχόδενδρων στη Χίο, έλεγχος και εκμετάλλευση της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου, με πρωτοστάτες τους Ιταλούς. Εξ άλλου, στις απαρχές της συγκρότησης της Δύσης, απαιτούνταν όλες οι δυνάμεις της συνασπισμένες, για να διαμελίσουν, να υποτάξουν και να απομυζήσουν την ελληνική Ανατολή, αυτό το μυθικό Βυζάντιο που φάνταζε στα μάτια τους ως το κέντρο του πλούτου και του πολιτισμού. Γι’ αυτό, και παρά τις αντιθέσεις μεταξύ τους ως προς τη διανομή της λείας, θα μείνουν συνασπισμένοι ως το τέλος, απέναντι στους «αιρετικούς» ορθόδοξους, σε μια πρώτη «πειραματική» εκδοχή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Η συγκρότηση, λοιπόν, της ευρωπαϊκής Δύσης είχε ως πρώτο ιστορικό αναβαθμό την υποταγή και τη λεηλασία της ευρωπαϊκής Ανατολής. Άλλωστε η Δύση διέθετε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα: δεν αντιμετώπιζε κανέναν κίνδυνο από τα δυτικά της ενώ, από τα ανατολικά, το Βυζάντιο αποτελούσε για αιώνες τον κυματοθραύστη των απειλών. Αντιθέτως, το Βυζάντιο, ο ιστορικός ελληνικός χώρος, δεχόταν διαρκώς επιθέσεις και απειλές από Ανατολή και από Βορρά: Άβαροι, Σκύθες, Άραβες, Πετσενέγκοι, Βούλγαροι, μετά το 1071 οι Τούρκοι κ.ο.κ. Η Δύση είχε, έτσι, τη δυνατότητα να συσταθεί απερίσπαστη, μετά την ήττα των Αράβων στο Πουατιέ (το 732), και να στραφεί σταδιακώς προς Ανατολάς, κάτι που άλλωστε υπογραμμίζει ο μεγάλος βυζαντινολόγος Κλάους Όλερ:

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε το ανάχωμα που προστάτευσε επί 1200 χρόνια τον πολιτισμό της Ευρώπης απέναντι στις εισβολές από Βορρά, Ανατολή και Νότο. Τα παλαιά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία ακόμα και σήμερα [ ] ακτινοβολούν υπερηφάνεια και μεγαλείο, αντιστάθηκαν σε κάθε εχθρό του Βυζαντίου ως την 29η Μαΐου 1453. Τότε η αυτοκρατορία, εξαντλημένη πια από αιώνες σκληρών αγώνων και εγκαταλελειμμένη από τους δυτικούς συμμάχους της, οι οποίοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την πτώση της, υπέκυψε τελικά στη δυσανάλογα μεγαλύτερη οθωμανική δύναμη[4].

Για να διαβάσετε τη συνέχεια της εισαγωγής του Γ. Καραμπελιά πατήστε εδώ: 

 

  • Αντί επιλόγου

 

Φθάνοντας στο τέλος αυτού του ταξιδιού, θα ήθελα να εξομολογηθώ πως είχα πολύ συχνά την αίσθηση ότι πασχίζω, εν τέλει, να αποδείξω τα αυταπόδεικτα. Διότι είναι όντως προφανή, εδραιωμένα από πολύ παλιά στη λαϊκή συνείδηση, αποδεδειγμένα από τους «δασκάλους του γένους» –Έλληνες και ξένους–  αυτά που προσπάθησα να καταδείξω: ότι, δηλαδή, ο νεώτερος ελληνισμός διαμορφώνεται οριστικά κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο και, κατ’ επέκτασιν, ότι διαπιστώνεται η συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας, παρά τις τομές, τα ρήγματα, τις συρρικνώσεις.

Αυτά τα γνώριζε ο λαός και είχε μεταβάλει σε λαϊκό ύμνο τους θρήνους για την Άλωση· τα γνώριζε ο Ρήγας Φεραίος και, στο πρώτο φύλλο της «Χάρτας» του, το 1796, αρχίζει με την περιγραφή της Κωνσταντινούπολης και αναπαράγει ένα νόμισμα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου[1], ενώ είχε ήδη εκδώσει και τις «Προφητείες του Αγαθάγγελου» για την ανασύσταση του βυζαντινού κράτους· αυτά τα γνώριζε βαθιά μέσα του ο εθνικός μας ζωγράφος, ο Θεόφιλος. Τα έχουν καταδείξει, πέραν κάθε αμφισβητήσεως, οι δάσκαλοί μας, από τον Νικόλαο Μαυροκορδάτο, τον Δημητράκη Καταρτζή, τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο μέχρι τον Νικόλαο Πολίτη και τον Νίκο Σβορώνο, από τον Κρουμπάχερ και τον Βασίλιεφ έως τον Ράνσιμαν και τον Κλάους Όλερ, από τον Φαίδωνα Κουκουλέ έως τον Ευάγγελο Παπανούτσο… Από αυτή την πραγματικότητα θα εμπνευστεί ο ανώνυμος του 12ου αιώνα τον Διγενή Ακρίτα, ο Παλαμάς τη Φλογέρα του Βασιλιά, ο Καβάφης το σύνολο του έργου του.

Εμείς, οι απόγονοί τους, ζώντας μετά το 1922, σε μια «Ψωροκώσταινα» που θέλει να πεθάνει μέσα στη λήθη και την «ευρωστία της σαρκός», εξ ανάγκης επιστρέφουμε στα αυτονόητα. Αντί να ξανοιγόμαστε απ’ ευθείας στα οράματα του μέλλοντος ώστε να απεγκυστώσουμε, επί τέλους, την παράδοσή μας, πρέπει να αντιπαλεύουμε με «Λαιστρυγόνες» που αρνούνται τη συνέχεια του έθνους μας, κορυβαντιούν σε Πανεπιστήμια και Ακαδημίες· θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε τριών χιλιάδων χρόνων ιστορία, να μας υποχρεώσουν να αναπολούμε την «πολυπολιτισμικότητα» των… Οθωμανών ή να θεωρούμε αφετηρία του νεώτερου ελληνισμού τον Βολταίρο και την «Εγκυκλοπαίδεια» του Ντιντερό. Κι ας συσσωρεύονται καθημερινά νέες ιστορικές και φιλολογικές μαρτυρίες, καθώς επεκτείνονται και βαθαίνουν οι βυζαντινές σπουδές. Ελάχιστοι και δακτυλοδεικτούμενοι στον επιστημονικό χώρο, για λόγους καθαρά ιδεολογικής και πολιτικής προκατάληψης, θα αρνούνται τα προφανή. Και όμως…

Ένας μεγάλος Ρώσος βυζαντινολόγος, ο Α. Βασίλιεφ, σε ανύποπτο χρόνο –η πρώτη έκδοση της Ιστορίας του είχε ολοκληρωθεί στα 1925–, είχε ήδη υπογραμμίσει την κρατική συνέχεια μεταξύ του ύστερου Βυζαντίου και του νέου ελληνικού κράτους:

Στην εκδήλωσι του Ελληνικού πατριωτισμού του δεκάτου τετάρτου και δεκάτου πέμπτου αιώνος καθώς και στον βαθύ ενθουσιασμό που επαρουσιάσθη για το ένδοξο Ελληνικό παρελθόν, μπορεί κανείς δικαιολογημένα να δη έναν από τους παράγοντας, οι οποίοι, κατά τον δέκατο ένατο αιώνα επρόκειτο να συμβάλουν στην αναγέννησι της νέας Ελλάδος[2].

***

Όποιος προσεγγίζει απροκατάληπτα τη Βυζαντινή Ιστορία, είναι υποχρεωμένος να αναμετράται διαρκώς με πλήθος από βαθιά ριζωμένες στρεβλώσεις που έχουν συσσωρευτεί επί αιώνες σε επάλληλα και αδιαφανή στρώματα: Αρχικώς, θα πρέπει να αποτινάξει τη βαθύτατη προκατάληψη πως το Βυζάντιο, ιδιαίτερα στην ύστερη περίοδό του, ήταν ένας κόσμος παρακμής, καταδικασμένος να χαθεί και να μην αφήσει τίποτε πίσω του, παρά μόνο προλήψεις, «καλογερισμό» και ερείπια. Ήταν το σχήμα του Γίββωνα και του Βολταίρου, που θα το ενστερνιστεί, εν πολλοίς, ο Κοραής και ο ελληνικός κλασικισμός, το οποίο και θα παραμένει κυρίαρχο μέχρι σήμερα στην κοινή συνείδηση του δυτικού κόσμου και των «προοδευτικών» εγγραμμάτων Ελλήνων.

Όταν ο διαφωτισμός στη Δύση, και προπαντός στην Ελλάδα, στοχάζεται το Βυζάντιο, συγκρίνει τη Δύση του 18ου και του 19ου αιώνα με την τουρκοκρατούμενη Ελλάδα ­– μια Ελλάδα όπου η Εκκλησία, ως η μόνη συνέχεια του Βυζαντίου, διέσωζε την ταυτότητα των υποδούλων από τη λαίλαπα μιας κατοχής η οποία είχε ξεριζώσει βίαια πληθυσμούς, παιδεία και πολιτισμό. Κατά συνέπεια, οι Δυτικοί αλλά και αρκετοί από τους Έλληνες διαφωτιστές αντίκριζαν(ουν) το Βυζάντιο με τα ματογυάλια του οριενταλισμού, συσκοτίζοντας την ίδια τη φύση του, τη συνέχειά του με τον ελληνισμό, παλιό και νέο, τον αποφασιστικό ρόλο του στη διαμόρφωση του νεώτερου ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Μόνον η Εκκλησία και η λαϊκή θρησκευτικότητα θα επιμένουν να αντιμετωπίζουν το Βυζάντιο ως τη χριστιανική αυτοκρατορία του ελληνισμού. Έτσι, το διέσωζαν στη λαϊκή συνείδηση, παράλληλα όμως επέτειναν τη μονόπλευρη και σχεδόν αποκλειστική ταύτισή του με τη θρησκευτική του διάσταση. Διότι το Βυζάντιο ήταν χριστιανικό, αλλά ήταν ταυτόχρονα και φορέας και συνεχιστής της ελληνικής παράδοσης, της φιλοσοφίας, της τέχνης, πλευρές που μετά την τουρκική κατάκτηση είχαν παρασιωπηθεί και λησμονηθεί.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, θα αρχίσει η μεγάλη αναθεώρηση. Ο ρόλος του Βυζαντίου ως της κιβωτού του ελληνισμού και ως έκφραση ενός πρωτότυπου πολιτισμού θα αρχίσει να αναγνωρίζεται και να κατανοείται τόσο στην Ελλάδα, με τον Ζαμπέλιο, τον Παπαρρηγόπουλο και τη «Μεγάλη Ιδέα», έως τον Τατάκη και τον Κουκουλέ, όσο και στη Δύση, από τον Κρουμπάχερ ή τον Χάιζεμπεργκ μέχρι τον Χούνγκερ, τον Οστρογκόρσκυ, τον Μπεκ ή τον Ράνσιμαν. Η φιλολογία, παράλληλα με την επισήμανση του ρόλου του Βυζαντίου για τη διάσωση π.χ. της αρχαίας γραμματείας, θα αρχίσει να αποκαλύπτει τον πλούτο μιας πρωτότυπης παράδοσης, η οποία από τον «Διγενή Ακρίτα» εγκαινιάζει τη νεώτερη ελληνική γραμματεία. Η λαογραφία θα καταδείξει τη συνέχεια μεταξύ αρχαίας Ελλάδας, Βυζαντίου και νεώτερων χρόνων· Η ιστοριογραφία της ιατρικής θα περιγράψει τη γέννηση του νοσοκομείου στο Βυζάντιο, ενώ η νομική επιστήμη θα καταρρίψει τα φληναφήματα περί θεοκρατίας και θα διακρίνει το βυζαντινό «κράτος δικαίου». Η ιστορία της τέχνης θα θεωρήσει τη βυζαντινή τέχνη ως υψηλή κατάκτηση του ελληνισμού, που θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στη δυτική Αναγέννηση και θα της προσφέρει το υψηλότερο δημιούργημά της, τον Θεοτοκόπουλο. Η βυζαντινή επιστήμη και φιλοσοφία, συνεχίζοντας την ελληνική και ελληνιστική παράδοση, θα διασώσουν τα ελληνικά χειρόγραφα, αλλά θα γράψουν και νέες πρωτότυπες σελίδες, που σήμερα σταδιακά αποκαλύπτονται, καθώς η αξία τους επανεκτιμάται θετικά, ενώ θα προσφέρουν την τελική ώθηση, τον 15ο αιώνα, για τη διαμόρφωση του ανθρωπισμού της Αναγέννησης.

Τέλος, η βυζαντινή θεολογία αρχίζει να αποκαθίσταται ως ένα υψηλού επίπεδου διανοητικό κατόρθωμα, που, από τους Καππαδόκες πατέρες μέχρι τον ησυχασμό, θα εκφράσει την ελληνική χριστιανική σύνθεση στο θρησκευτικό και το φιλοσοφικό πεδίο και θα ανοίξει τον δρόμο για την απόρριψη της νοησιαρχίας και τη διατύπωση μιας τόσο απαραίτητης σήμερα – και εκπεφρασμένης με τους όρους της δικής μας παράδοσης– οντολογίας του προσώπου. Από τους Κολυβάδες στους Ρώσους σλαβόφιλους, τον 19ο αιώνα, και από τη ρώσικη ορθόδοξη διασπορά του 20ού αιώνα μέχρι το Άγιο Όρος και την ελληνική «νεο-ορθοδοξία», η βυζαντινή θεολογία όχι απλώς επανεκτιμάται αλλά μεταβάλλεται σε αφετηρία προβληματισμού για το παρόν και το μέλλον.

Αυτά προσπάθησα συνοπτικώς να παρουσιάσω, ή μάλλον απλώς να καταγράψω, σε ένα δοκίμιο που επικεντρώνεται στην ιστορία των ιδεών και την πρόσληψή τους. Φθάνοντας στο τέλος της εργασίας, συνειδητοποίησα πως, αν και έχουν διαλυθεί πολλές από τις ασύγγνωστες πλάνες μου (μας), επιβιώνει μια τελευταία –αποφασιστική– που αναμένει την εκχέρσωσή της. Εκείνη που αποτελεί την πηγή και την αφετηρία όλων των υπολοίπων, η… γιββώνια: η αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας για τη θέση του ύστερου Βυζαντίου στην ιστορία απαιτούσε να κάνουμε ένα ακόμα βήμα –το οποίο όμως δεν συνειδητοποιούσαμε, διότι τα αναρίθμητα «δέντρα» μιας μακραίωνης προκατάληψης μάς έκρυβαν το «δάσος».

Κατά τη διάρκεια της έρευνας, εκατοντάδες –κυριολεκτικά– φορές, συνάντησα το κυρίαρχο στους καλοπροαίρετους βυζαντινολόγους, ιστορικούς και θεολόγους, σχήμα: η φιλοσοφία, η τέχνη, η θεολογία, η ιστοριογραφία, η νομική επιστήμη κ.λπ. όντως γνωρίζουν μία άνθηση στην ύστερη βυζαντινή εποχή που αποδίδεται με τους όρους, «Κομνήνεια Αναγέννηση», ή «Παλαιολόγεια Αναγέννηση», «πλατωνική αναγέννηση του Μυστρά», «βυζαντινός ανθρωπισμός» στη ζωγραφική και τη λογοτεχνία, «ησυχασμός» και θεολογία του προσώπου. Όλα αυτά επιτυγχάνονται παρ’ όλο που το βυζαντινό κράτος συρρικνώνεται, η μεγάλη γαιοκτησία περιορίζει τους ανεξάρτητους χωρικούς, οι περιφέρειες εξεγείρονται, οι εμφύλιες έριδες –κοινωνικές, δυναστικές και θρησκευτικές– πολλαπλασιάζονται, οι Ιταλοί έμποροι ελέγχουν το εμπόριο και απομυζούν την οικονομία, οι σταυροφόροι απειλούν και καταλαμβάνουν το κράτος και την πρωτεύουσα, οι Τούρκοι σταδιακώς επεκτείνονται, οι Σλάβοι ξεσηκώνονται. Για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, σύμφωνα με το σχήμα του Γίββωνα, η Ρωμανία συρρικνώνεται μέχρι να σβήσει.

Η γιββώνεια σύμβαση περιείχε δύο όρους, την πολιτικοκοινωνική αλλά και την πνευματική παρακμή. Πώς όμως μπορούμε να αποδεχθούμε ένα σχήμα μιας παρατεταμένης πολιτικοκοινωνικής παρακμής αιώνων και μιας ανάλογης, εξ ίσου μακρόχρονης, παράλληλης πνευματικής ακμής; Αν όντως ισχύει το σχήμα της παρακμής, τότε καθίσταται αδύνατη, στη μεγάλη διάρκεια, η καθολική άνθηση της πνευματικής και καλλιτεχνικής παραγωγής. Μπορεί ίσως η λογική του «κύκνειου άσματος» να ερμηνεύσει την έσχατη αναλαμπή του Μυστρά, δεν μπορεί όμως να εξηγήσει αυτές τις αλλεπάλληλες «αναγεννήσεις», παρά τις καταστροφές, τις δηώσεις, την οικονομική δυσπραγία και απομύζηση. Αντίθετα, αφού οι Τούρκοι κατέλαβαν την Ελλάδα, πέρασαν σχεδόν διακόσια χρόνια για να ξανανάψουν τα φώτα της παιδείας και του πολιτισμού[3], ενώ, παράλληλα, ακόμα και στην ενετοκρατούμενη Κρήτη, η πνευματική ακμή θα συνεχιστεί, θα γεννηθούν μορφές όπως ο Κύριλλος Λούκαρις και ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος και θα δημιουργηθούν λογοτεχνικά αριστουργήματα όπως ο Ερωτόκριτος.

Κατά συνέπεια, είμαστε υποχρεωμένοι να εγκύψουμε με περισσότερη περίσκεψη και στον πρώτο όρο αυτής της σύμβασης, την πολιτικο-κοινωνική παρακμή. Γι’ αυτό και οι νεώτερες εργασίες θα αρχίσουν να στρέφονται προς τη σταδιακή επανεξέταση της θεωρίας της παρακμής εν τω συνόλω της. Ο Άλαν Χάρβεϋ, στην Οικονομική Ανάπτυξη στο Βυζάντιο, 900-1200[4], θα δείξει, για παράδειγμα, πως η αγροτική παραγωγή και η δημογραφική εξέλιξη γνώρισαν ανοδική πορεία κατά την υπό εξέταση περίοδο, και μάλιστα στον «παρακμιακό» δωδέκατο αιώνα, ενώ στις ίδιες διαπιστώσεις θα καταλήξει και η Αγγελική Λαΐου στο έργο της Αγροτική κοινωνία στην ύστερη βυζαντινή εποχή[5]. Ο αγροτικός πληθυσμός και η αγροτική παραγωγή στη Μακεδονία, π.χ., συρρικνώνονται μόνο κατά τον 14ο αιώνα, όταν οι πόλεμοι και οι κάθε είδους καταστροφές γίνονται καθημερινή πραγματικότητα. Ο δε Νικόλαος Οικονομίδης και ο Νίκος Σβορώνος θα επιμείνουν στην παράλληλη ενίσχυση της αστικής τάξης των πόλεων, μέχρι τον 11ο αιώνα[6]. Ο Αλεξάντερ Κάζνταν και η Ανν Χουόρτον Επστάιν θα διερευνήσουν τις Αλλαγές στον βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα και θα επιβεβαιώσουν τις τάσεις στην αποκέντρωση του πληθυσμού και των δραστηριοτήτων του, στην επέκταση της εξατομίκευσης, τονίζοντας πως «μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει κανείς ότι το Βυζάντιο του 11ου και του 12ου αιώνα ήταν ώριμο για αλλαγές»[7].

Αυτές οι αλλαγές οδηγούσαν ασφαλώς σε κρίση το παραδοσιακό πολυεθνικό κράτος του μεσαιωνικού ελληνισμού, που θα έπρεπε να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της διαμόρφωσης ενός –τουλάχιστον– εθνικού κράτους. Η ενδυνάμωση του εμπορίου, η εκφεουδαλοποίηση της αγροτικής παραγωγής, η απίσχνανση της κεντρικής εξουσίας, η ανάπτυξη των περιφερειακών πόλεων, μετά από πολλούς αιώνες συρρίκνωσης, η εξατομίκευση των συμπεριφορών, συμβαδίζουν με αυτές τις τάσεις της αλλαγής, και σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν «παρακμή», αλλά, αντίθετα, ισχυρές δυνάμεις μετασχηματισμού. Στο πνευματικό πεδίο συμπορεύονται με την αναβάθμιση της αρχαίας παράδοσης, την ανάπτυξη της λογοτεχνικής παραγωγής, τις κλασικιστικές τάσεις στην τέχνη. Δηλαδή, η ακμή της πνευματικής παραγωγής συναρτάται άμεσα με τις ισχυρότατες τάσεις των κοινωνικών και πολιτικών μετασχηματισμών.

Όμως, μια κοινωνία σε μετάβαση μπορεί ευκολότερα να μεταβληθεί σε λεία εξωγενών δυνάμεων. Η εξασθένιση της κεντρικής εξουσίας μετά τους Μακεδόνες, με τις συχνές εναλλαγές αυτοκρατόρων, και η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία επιτρέπουν στους Ενετούς να ελέγξουν το εμπόριο, στους Τούρκους να εισέλθουν στη Μικρά Ασία, στους Νορμανδούς να καταλάβουν τη Νότια Ιταλία και να αποβιβαστούν στο Δυρράχιο. Η ενδογενής δυναμική θα υποταχθεί στο εξής στην εξωτερική παρέμβαση, σε μια καθοδική σπείρα. Οι δε αλλεπάλληλες πνευματικές αναγεννήσεις, έκφραση των βαθύτατων αλλαγών που κυοφορούσε η ελληνική κοινωνία του ύστερου Βυζαντίου, θα μείνουν και αυτές ημιτελείς και θα δώσουν πολύ λιγότερους καρπούς από τις δυνατότητες που έδειχνε να διαθέτει το Βυζάντιο κατά τον 11ο αιώνα. Μια κοινωνία που ήταν έτοιμη, πρώτη αυτή, να περάσει το κατώφλι των νεώτερων χρόνων, με όλους τους σπασμούς και τις αντιθέσεις αυτής της μετάβασης, θα υποχρεωθεί να αγωνίζεται, σχεδόν για τετρακόσια χρόνια –μέχρι το 1453–, να επιβιώσει· θα επιστρατεύσει ένα μεγάλο μέρος και των πνευματικών της δυνάμεων σε αυτή την προσπάθεια και, παρά τις αντιξοότητες, θα δώσει μερικά εξαίσια δείγματα αυτών των δυνατοτήτων.

Το Βυζάντιο έπεσε, λοιπόν, όχι γιατί παρέμενε άκαμπτο και αδιάβροχο στους «νεωτερικούς», κοινωνικούς και πολιτισμικούς, μετασχηματισμούς, αλλά, αντίθετα, γιατί τους… εγκαινίασε τη στιγμή που Ανατολή και Δύση στρέφονταν ενάντιά του. Είχε ίσως ήδη αργήσει, ή, άραγε, άρχισε πολύ νωρίς;


Για να διαβάσετε τη συνέχεια του επιλόγου του Γ. Καραμπελιά πατήστε εδώ: 

[1] Βλ. Η Χάρτα του Ρήγα Βελεστινλή, εκδ., Επιστημονική Εταιρεία Μελέτης Φερών, Βελεστίνου, Ρήγα, Αθήνα 1998.

[2] Βλέπε Α.Α. Βασίλιεφ, Ιστορία, ό.π., σ. 721.

[3] Δημήτρης Κυρίτσης,  «Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και το τέλος του βυζαντινού πολιτισμού», στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, 1453. Η άλωση, ό.π.,  σσ. 161-172.

[4] Βλέπε Alan Harvey, ό.π.

[5] Αγγελική Λαΐου-Θωμαδάκη, ό.π. Βλ. και Peter Charanis, «Observations on the De­mogra­phy of the Byzantine Empire», Thirteenth International Congress of Byzantine Studies, Οξφόρδη 1966.

[6] Ό.π., σημειώσεις 69, 70, Α´ μέρους, σ. 49.

[7] A.P. Kazhdan / Ann Wharton Epstein, ό.π., σ. 351.

 

web design by optimize