Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού

1204.jpg
Συγγραφέας: 
Γιώργος Καραμπελιάς

Εισαγωγή: Σπύρος Βρυώνης  

Γ΄Έκδοση

Τιμή: 35 ευρώ

Σελ. 576

 

                          

      ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

 

Πρόλογος       

11

Εισαγωγή του Σπύρου Βρυώνη στη Γ΄ Έκδοση        

17

Εισαγωγή       

25

Το ζήτημα της περιοδολόγησης         

 

Τα αίτια μιας αποσιώπησης   

34

 

 

ΜΕΡΟΣ Α΄ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ     

37

Αρχαία Ελλάδα και Βυζάντιο 

39

Έλληνες και Ρωμαίοι, φυλετικός και οικουμενικός ελληνισμός      

41

Ρωμιοί, Γραικοί, Έλληνες      

49

Κράτος και Οικονομία           

 

Ο μύθος της οικονομικής καθυστέρησης 

62

Έλλειψη μιας ισχυρής αστικής τάξης;  

70

Από το κέντρο στην περιφέρεια – οι μηχανισμοί της «υπανάπτυξης»  

75

Κράτος και Κοινωνία 

80

Το βυζαντινό «κράτος δικαίου»         

80

Το βυζαντινό «κράτος πρόνοιας»       

85

Η ιατρική επιστήμη και η γέννηση του νοσοκομείου   

89

Η θέση της γυναίκας  

96

Συμπερασματικά        

100

Η ελληνική παιδεία    

101

Τέχνη και πνευματικότητα     

110

Από την πλαστικότητα στην πνευματικότητα 

111

Η εικονομαχία και η «θεολογία των εικόνων»

113

Η Εκκλησία μεταξύ γης και ουρανού

120

 

 

ΜΕΡΟΣ Β΄ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ        

123

Η Άλωση        

25

Τούρκοι, Λατίνοι και «δυνατοί»         

125

Η πρώτη Άλωση        

 

Εσωτερικές αντιθέσεις και εξωτερική επιβουλή       

132

Μια μοιραία συνέργεια          

134

«Συνεπαφή» και βιασμός       

139

Η «απουσία εποικοδομητικού μίσους»          

146

Κρειττότερον δεν;    

148

Η δυτική «τιάρα»        

150

Η Φραγκοκρατία        

156

Σπουδή αποικιοκρατίας          

156

Η αντίσταση   

164

Η Τουρκοκρατία         

172

Εξισλαμισμοί και παιδομάζωμα        

172

Ο μύθος της ριζικής αντιπαλότητας Λατίνων και Τούρκων  

175

Η βαλκανική επιλογή 

178

Ο Ιωάννης Καντακουζηνός   

 

Η όξυνση των ταξικών ανταγωνισμών – Η «Βελισαριάδα»   

187

Οι έσχατες απόπειρες

192

Η Θεσσαλονίκη επίκεντρο της επανάστασης

196

Αυτοδιοίκηση και ταξικές αντιθέσεις

199

Ποιοι ήταν οι Ζηλωτές           

203

Μια επαναστατική διέξοδος;  

209

Κοινωνική και πνευματική «επανάσταση»     

212

Ο Καντακουζηνός και η «ησυχία»     

212

Ο Πλήθων και ο Κωνσταντίνος         

215

 

 

ΜΕΡΟΣ Γ΄ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ «ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ»    

223

Η συνειδητοποίηση μιας νέας ταυτότητας     

225

Η «Αλεξιάς» και ο λόγιος ανθρωπισμός        

232

Οι «κέντρωνες» και ο «Χριστός Πάσχων»     

234

Η «Φυλλάδα» και οι μύθοι του Αισώπου       

236

Ο Διγενής Ακρίτας και η «αγγλοσαξωνική σχολή»   

237

Ο «Πόλεμος της Τρωάδος» και η αντιπαράθεση με τη Δύση

241

«Δικαίωμα στον έρωτα» και… τη σάτιρα      

245

Το λόγιο μυθιστόρημα           

248

Εγγραμματοσύνη και λογιότης          

249

Η παλαιολόγεια άνθηση         

252

Ερωτική και σατιρική ποίηση 

254

Η βυζαντινή κληρονομιά        

 260

Το γλωσσικό ζήτημα 

263

Χυδαίοι και καθαροί  

266

Η αισθητική των εικόνων       

 273

«Αναγέννηση και ταυτότητα» 

273

Ο «Έλληνας Τζιότο»;  288

 

 

 

ΜΕΡΟΣ Δ΄ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΗΣΥΧΙΑ       

293

«Ύστατη» ή «πρώιμη» αναγέννηση;   

295

Η «ησυχία»     

303

Ο ασκητής και οι λόγιοι         

303

Ο «πείρ μαθν»       

308

Αντίθεση στον ησυχασμό και «λατινοφροσύνη»       

311

Πίστη και επιστήμη –΄Ελληνες και πατέρες  

 313

Δυτική «διαλεκτική» και Ανατολική θεοπτία 

319

Το ενθάδε και το επέκεινα     

325

Ψελλός και Τιμαρίων, ή περί ανεξιθρησκίας 

325

Η ρήξη της ισορροπίας εγκόσμιου και μεταφυσικού

 332

Το κύκνειο άσμα και η φυγή  

337

Η Δύση ως αδήριτη επιλογή  

 337

Ο Πλήθων ή το κλέος των προγόνων

345

Ο Ιουβενάλιος και η «φατρία του Μυστρά»   

349

Ο αναγεννησιακός πλατ(πληθ)ωνισμός         

 353

Ο βυζαντινός εγκυκλοπαιδισμός       

 358

Υπό κατοχήν  

363

Ο Γεννάδιος και η αιχμαλωσία          

363

Οι Έλληνες λόγιοι και η Αναγέννηση

368

Αναγέννηση, ελληνισμός και Αντιμεταρρύθμιση      

374

 

 

MΕΡΟΣ Ε΄ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΜΕΤΑ ΤΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ

377

Η ιστορική συνέχεια  

379

Οι επιβιώσεις του Βυζαντίου 

379

Μνήμες της Άλωσης 

383

Η καθημερινότητα      

387

Η συνέχεια της «δημώδους»  

391

Ex Occidente lux?        

395

Καθολικοί και προτεστάντες 

396

Τα «Φιλοθέου Πάρεργα»        

401

Τα ανάγλυφα μιας τέχνης υψηλής     

406

Ο τελευταίος μεγάλος «Βυζαντινός» 

406

Μια τέχνη ταπεινή;     

421

Η νεώτερη ιστοριογραφία      

424

Η διαφωτιστική… τύφλωση  

425

Φαλμεράυερ και Παπαρρηγόπουλος 

431

Κρουμβάχερ και Μάνγκο      

436

«Στο μυαλό μου πυρκαγιά»    

455

Μια μαρτυρία από το παρελθόν         

455

Η νεώτερη ελληνική ιστοριογραφία   

459

Ένα εγχείρημα καθολικής αναθεώρησης      

465

Δυτική «εξατομίκευση» και ανατολική «συμβολική»

 477

Αντί επιλόγου              485

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΣΤ΄  ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ - ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ   

499

Χρονολόγιο    

501

I. Συνοπτικό Χρονολόγιο Βυζαντινής Ιστορίας έως το 1025 

501

ΙΙ. Χρονολόγιο 1025-1669     

504

Επιλεγμένη Βιβλιογραφία      

 

Πηγές 

 513

Ελληνόγλωσσα βιβλία και κείμενα    

519

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία    

537

Ευρετήριο κύριων ονομάτων 

 545

 

 

Εισαγωγή του Γιώργου Καραμπελιά

Tο 1204 χρονολογία κατά την οποία κατεστράφη ολοσχερώς η Κωνσταντινούπολη, συμπαρασύροντας το χιλιόχρονο οικοδόμημα του Βυζαντίου– παραμένει σχεδόν άγνωστο ή αγνοημένο από τους περισσότερους Έλληνες[1]. Η παράδοξη, από πρώτη άποψη, αυτή αποσιώπηση δεν θα πρέπει να θεωρηθεί δευτερεύον ή παρεμπίπτον συμβάν –ένα ακόμα από τα αναρίθμητα ελλείμματα του νεώτερου ελληνισμού– αλλά ενέχει τεράστιο ιδεολογικό και πολιτικό βάρος.

Η απόκρυψη της σημασίας της πρώτης και καθοριστικής Άλωσης συσκοτίζει την ίδια τη διαδικασία συγκρότησης του νεώτερου ελληνισμού και της συνέχειάς του με τον βυζαντινό, καθώς, στην πραγματικότητα, το πρώτο «έθνος-κράτος» –ή κράτη– του νεώτερου ελληνισμού συγκροτείται κατά τη λεγόμενη υστεροβυζαντινή εποχή. Παράλληλα, και συναφώς, αυτή η παρασιώπηση συνεπάγεται την απόκρυψη των αποικιακού τύπου σχέσεων που εγκαθιδρύθηκαν έκτοτε ανάμεσα στους Δυτικούς κατακτητές και τους Έλληνες του ύστερου Βυζαντίου παραχαράσσοντας, επί πλέον, την ίδια την παγκόσμια ιστορία, ειδικότερα στο αποφασιστικό κεφάλαιο που αφορά στην αποικιοκρατική συγκρό­τηση της Δύσης.

Η πρωταρχική συσσώρευση του κεφαλαίου στη Δύση, η οποία επέτρεψε την ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού ορισμένους αιώνες αργότερα[2], θα εγκαινιαστεί εδώ, στην Ανατολή, και θα αφορά κατ’ εξοχήν στην απομύζηση του βυζαντινού χώρου και των αραβικών περιοχών από τις ιταλικές πόλεις –Βενετία και Γένουα κυρίως– και τους Φράγκους. Η πρώτη σύγχρονη αποικιακή αυτοκρατορία, η Βενετία[3], θα δημιουργηθεί λεηλατώντας τα ελληνικά εδάφη. Ιόνια, Πελοπόννησος, Κρήτη, Εύβοια, Κύπρος, Κυκλάδες, Σαλαμίνα, Αίγινα κ.λπ. θα αποτελούν για πολλά χρόνια ή και για πολλούς αιώνες τμήματα αυτού του νεώτερου αποικιακού σχηματισμού. Και το ίδιο θα συμβεί, σε μικρότερη κλίμακα, με τη Γένουα – Χίος, Λέσβος, Κριμαία, Γαλατάς κ.λπ. Ωστόσο, η ιστοριογραφία εξακολουθεί να θεωρεί ως απαρχή της αποικιακής εξάπλωσης τις πορτογαλικές και ισπανικές επιδρομές στην Αφρική, την Ασία και τον Νέο Κόσμο, τρεις ή τέσσερις αιώνες μετά!

Η συσσώρευση πλούτου απ’ όλο τον υπόλοιπο κόσμο και ο έλεγχος του παγκόσμιου εμπορίου πραγματοποιείται από τους Δυτικούς σε όλη τη μακρά περίοδο που αρχίζει από τον 11ο αιώνα, φθάνει μέχρι τον 18ο και κορυφώνεται με την αποικιοκρατία τον 19ο και το πρώτο μισό του 20ού, όταν πια η πρωταρχική αποικιακή συσσώρευση θα συνδυαστεί και με τη βιομηχανική παραγωγή. Η μετατροπή της Δύσης –που έβγαινε από τον Μεσαίωνα– σε κυρίαρχη δύναμη προϋπέθετε την υφαρπαγή του συσσωρευμένου πλούτου και τον έλεγχο του εμπορίου του ευρύτερου ελληνικού και αραβικού κόσμου, ούτως ώστε να μεταφερθεί το κέντρο βάρους της Ευρώπης από την Ανατολή στη Δύση και από τη Μεσόγειο στον Βορρά. Αποφασιστικός ενδιάμεσος σε αυτή τη διαδικασία υπήρξαν η Βενετία και οι λοιπές αποικιακές ιταλικές πόλεις· στη συνέχεια, ακολούθησαν και πάλι χώρες της μεσογειακής και νότιας Ευρώπης, η Ισπανία και η Πορτογαλία στην Ιβηρική, που θα καταστήσουν παγκόσμια την αποικιακή εξόρμηση, ενώ πολύ αργότερα θα έλθουν η Γαλλία, η Ολλανδία, η Φλάνδρα και εν τέλει η Αγγλία, που θα εγκαινιάσει και τον βιομηχανικό καπιταλισμό.

Καθόλου τυχαία και σχεδόν εντελώς συμβολικά, σε αυτή την πρώτη μεγάλη αποικιακή εξόρμηση, που έγινε υπό το έμβλημα του ιερού πολέμου, συμμετείχε συνασπισμένη ολόκληρη η Δύση: Ιταλοί και Φράγκοι προπαντός (ο Βαλδουίνος, Φράγκος «βασιλιάς» της Κωνσταντινούπολης, είναι πρόγονος της βασιλικής οικογένειας του Βελγίου), Νορμανδοί και Άγγλοι (ο Ριχάρδος ο «Λεοντόκαρδος» κατέλαβε την Κύπρο), Ισπανοί και Καταλανοί (πασίγνωστη η ληστρική δράση της «Καταλανικής Εταιρείας»), Ναβαρραίοι κ.λπ. Και βέβαια, πανταχού παρόντες οι Λατίνοι κληρικοί και οι μοναχοί από όλα τα δυτικά μοναχικά τάγματα, με πρωτοστάτες τους Ιωαννίτες και Ναΐτες ιππότες, τους «πολεμιστές του Θεού». Θα δοκιμαστούν και θα εφαρμοστούν όλες οι μορφές της «πρωταρχικής συσσώρευσης» και της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ληστεία και αρπαγή, στην οποία θα διακριθούν ιδιαίτερα οι Καταλανοί και τα μοναχικά τάγματα, φεουδαλική κατάτμηση και εκμετάλλευση των αγροτών, φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Κύπρο και μαστιχόδενδρων στη Χίο, έλεγχος και εκμετάλλευση της βιοτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου, με πρωτοστάτες τους Ιταλούς. Εξ άλλου, στις απαρχές της συγκρότησης της Δύσης, απαιτούνταν όλες οι δυνάμεις της συνασπισμένες, για να διαμελίσουν, να υποτάξουν και να απομυζήσουν την ελληνική Ανατολή, αυτό το μυθικό Βυζάντιο που φάνταζε στα μάτια τους ως το κέντρο του πλούτου και του πολιτισμού. Γι’ αυτό, και παρά τις αντιθέσεις μεταξύ τους ως προς τη διανομή της λείας, θα μείνουν συνασπισμένοι ως το τέλος, απέναντι στους «αιρετικούς» ορθόδοξους, σε μια πρώτη «πειραματική» εκδοχή ιμπεριαλιστικής συμμαχίας.

Η συγκρότηση, λοιπόν, της ευρωπαϊκής Δύσης είχε ως πρώτο ιστορικό αναβαθμό την υποταγή και τη λεηλασία της ευρωπαϊκής Ανατολής. Άλλωστε η Δύση διέθετε ένα εξαιρετικό πλεονέκτημα: δεν αντιμετώπιζε κανέναν κίνδυνο από τα δυτικά της ενώ, από τα ανατολικά, το Βυζάντιο αποτελούσε για αιώνες τον κυματοθραύστη των απειλών. Αντιθέτως, το Βυζάντιο, ο ιστορικός ελληνικός χώρος, δεχόταν διαρκώς επιθέσεις και απειλές από Ανατολή και από Βορρά: Άβαροι, Σκύθες, Άραβες, Πετσενέγκοι, Βούλγαροι, μετά το 1071 οι Τούρκοι κ.ο.κ. Η Δύση είχε, έτσι, τη δυνατότητα να συσταθεί απερίσπαστη, μετά την ήττα των Αράβων στο Πουατιέ (το 732), και να στραφεί σταδιακώς προς Ανατολάς, κάτι που άλλωστε υπογραμμίζει ο μεγάλος βυζαντινολόγος Κλάους Όλερ:

Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία αποτέλεσε το ανάχωμα που προστάτευσε επί 1200 χρόνια τον πολιτισμό της Ευρώπης απέναντι στις εισβολές από Βορρά, Ανατολή και Νότο. Τα παλαιά τείχη της Κωνσταντινουπόλεως, τα οποία ακόμα και σήμερα [ ] ακτινοβολούν υπερηφάνεια και μεγαλείο, αντιστάθηκαν σε κάθε εχθρό του Βυζαντίου ως την 29η Μαΐου 1453. Τότε η αυτοκρατορία, εξαντλημένη πια από αιώνες σκληρών αγώνων και εγκαταλελειμμένη από τους δυτικούς συμμάχους της, οι οποίοι ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την πτώση της, υπέκυψε τελικά στη δυσανάλογα μεγαλύτερη οθωμανική δύναμη[4].

Για να διαβάσετε τη συνέχεια της εισαγωγής του Γ. Καραμπελιά πατήστε εδώ:

 

 

 


web design by optimize