Το αδιέξοδο Άνταμ Σμίθ

misea.jpg
Συγγραφέας: 
Ζαν-Κλωντ Μισεά

Τιμή: 15 ευρώ

 

Πρόλογος στην ελληνική έκδοση

 

Ο φιλόσοφος Ζαν-Κλωντ Μισεά είναι ήδη γνωστός από το βιβλίο του Η εκπαίδευση της αμάθειας, που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα το 2002 από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα και συνάντησε θερμή υποδοχή.

Το βιβλίο του, Το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ, κυκλοφόρησε στη Γαλλία το 2002 και σηματοδοτεί ένα ουσιαστικό βήμα της σύγχρονης γαλλικής σκέψης που, σαράντα χρόνια μετά τον Μάη του 1968, ανακαλύπτει έντρομη πως η προσδοκία της πιο ριζικής απελευθέρωσης μεταβλήθηκε σε «απελευθέρωση του Κεφαλαίου», ιδιαίτερα στην επικοινωνία, την πληροφόρηση και, κυρίως, στη βιομηχανία του ελεύθερου χρόνου. Με πρωτότυπη και εικονοκλαστική σκέψη, ο συγγραφέας προχωράει σε μια σημειολογία του σύγχρονου καπιταλιστικού πνεύματος, αναδεικνύοντας τους τρόπους και τις μεθόδους που οδηγούν στη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, του «ανθρώπου χωρίς ιδιότητες», εύκολη λεία στις καταστροφικές συνέπειες της απρόσκοπτης και ανεξέλεγκτης ανάπτυξης του κεφαλαίου. Ανάπτυξη που κυριαρχεί σταδιακά σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, επιβάλλοντας τις εμπορευματικές σχέσεις ακόμα και στις πιο μύχιες εκδηλώσεις της ανθρώπινης υπόστασης.

Και δεν στέκεται μόνο στη σημειολογία αλλά προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες που επέτρεψαν στο καπιταλιστικό πρόταγμα να «απλώσει τη σκιά του σε όλο τον πλανήτη», πρακτικά χωρίς αντίσταση. Γιατί, άραγε, παρά τα μεγαλειώδη κινήματα, που έφεραν συχνά τα σπέρματα μιας άλλης κοινωνικής οργάνωσης βασισμένης στην αλληλεγγύη, την ελευθερία και τον εξισωτισμό, ο φιλελευθερισμός κατόρθωνε πάντα να επιβάλλει (και να εξαπλώνει σε όλο και περισσότερες σφαίρες της ζωής) το ανελέητο σύστημα του απόλυτου ανταγωνισμού και της ταξικής κυριαρχίας που αυτό συνεπάγεται;

Στο σημείο αυτό βρίσκεται και η ριζοσπαστικότητα της σκέψης του Μισεά. Απορρίπτοντας το δόγμα της «Προόδου», με το οποίο ταυτίστηκε, από τη γέννησή της, η Αριστερά (στη Δύση κυρίως) και καταδεικνύοντας ότι αυτό αποτελεί πρωτίστως κληρονομιά του Διαφωτισμού, αποκαλύπτει την κοινή φιλοσοφική μήτρα Αριστεράς –που στη σκέψη του δεν ταυτίζεται με το σοσιαλιστικό κίνημα και τον Μαρξ– και φιλελευθερισμού.

Ο Διαφωτισμός, πέρα από την αναμφισβήτητη αρχική απελευθερωτική του διάσταση, είναι ο κατ’ εξοχήν φορέας του φιλελεύθερου ατομικισμού, που βρίσκεται στη βάση του καπιταλιστικού προτάγματος. Και η μόνη κοινωνική δύναμη που αμφισβήτησε στον πυρήνα του τον φιλελευθερισμό ήταν το σοσιαλιστικό κίνημα στις απαρχές του, με τους αγώνες των βιομηχανικών εργατών, μια και αυτοί πλήρωσαν την «πρόοδο» με την καταστροφή τους και την υποδούλωσή τους στον χρόνο της μηχανής. Αμφισβήτηση, όμως, που δεν θα προλάβει να διαμορφωθεί σε συνεκτικό πολιτικό πρόταγμα, σε μια άλλη πρόταση απέναντι στον νεο-εμφανιζόμενο φιλελευθερισμό.

Αντίθετα, η Αριστερά, που για τον Μισεά δεν ήταν παρά το πολιτικό κίνημα –ο έτερος κληρονόμος του Διαφωτισμού– που, σε μια ευτυχή πολιτική συγκυρία, συνέπηξε συμμαχία με το σοσιαλιστικό κίνημα, μπόρεσε μεν να διαμορφώσει ένα συνεκτικό πολιτικό λόγο, με τίμημα όμως την τροχιοδρόμηση του τελευταίου στην πορεία της «προόδου» και την αλλοτρίωση της πολιτικής του αυτονομίας. Έχοντας αναγάγει σε αξίωμα την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό, η Αριστερά προχώρησε στην ταύτιση του καπιταλισμού με το Παλαιό Καθεστώς, το οποίο και εξακολουθεί να πολεμάει με ένθερμο ζήλο, με αποτέλεσμα, συχνά, να βρεθεί –μέσω της «πανουργίας του Λόγου»– ακόμα και στην πρωτοπορία των κοσμογονικών αλλαγών που επιβάλλει σήμερα το κεφάλαιο, στην κατεύθυνση της απόλυτης εξατομίκευσης και αλλοτρίωσης.

Γιατί, βέβαια, το κεφάλαιο δεν γνωρίζει άλλη λογική από τη λογική της αέναης ανάπτυξής του. Δεν έχει κανέναν φιλοσοφικό ή ηθικό ενδοιασμό να καταργήσει οτιδήποτε στέκεται εμπόδιο σε αυτή την ανάπτυξη, είτε αυτό είναι τα σύνορα, είτε η θρησκεία είτε οι παραδόσεις.

Και όσο η Αριστερά αντλούσε τη δύναμή της από το ρίζωμά της στις λαϊκές τάξεις, ήταν σε θέση, παρά τις προοδευτικές αυταπάτες της, να αντιμάχεται τις επιλογές του κεφαλαίου. Από τη στιγμή που η πολιτική συγκυρία την έφερε, σταδιακά, σε θέσεις εξουσίας και διαχείρισης του υπάρχοντος συστήματος, έχασε και τις τελευταίες αναφορές της στα εξισωτικά και συνεταιριστικά εγχειρήματα του πρωταρχικού σοσιαλισμού. Μάλιστα, το φαντασιακό της απόλυτης «απελευθέρωσης» από τα δεσμά του Παλαιού Καθεστώτος, που διαθέτει προνομιακά η Αριστερά, την οδήγησε να μεταβληθεί στην πρωτοπορία των αλλαγών που είναι σήμερα απαραίτητες στο κεφάλαιο: τη δημιουργία του ατόμου-νομάδα, ανέστιου, χωρίς καμία δέσμευση από οποιασδήποτε μορφής συλλογικότητα και γι’ αυτό απόλυτα χειραγωγήσιμου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μισεά υπερασπίζεται τις μορφές ύπαρξης των ανθρώπων στις εποχές του παλαιού δεσποτισμού ή τους ιδεολογικούς πυλώνες του (Στρατό, Εκκλησία, Οικογένεια). Αντίθετα, η αναφορά του παραμένει αταλάντευτα προσδεδεμένη στις αξίες του σοσιαλιστικού κινήματος και τη ριζική κριτική του τόσο απέναντι στο Παλαιό Καθεστώς όσο και απέναντι στον φιλελευθερισμό. Εκείνο όμως που καταδεικνύει με ενάργεια είναι ότι, σήμερα που το παλαιό καθεστώς έχει εκλείψει ανεπιστρεπτί, το να σκιαμαχείς εναντίον του, όπως κάνει η Αριστερά, δεν έχει άλλο αποτέλεσμα από το να γίνεσαι ο πιο αποτελεσματικός απολογητής των επιταγών του κεφαλαίου.

Για τον Μισεά, το κλειδί για να διακρίνει κανείς που τοποθετείται ο καθένας δεν είναι οι αυτο-αναφορικές διακηρύξεις περί Αριστεράς αλλά η παλιά, ξεχασμένη και απαξιωμένη ηθική διάσταση του πρωταρχικού κοινοτιστικού σοσιαλισμού και η κοινή ευπρέπεια των καθημερινών λαϊκών ανθρώπων (η common decency, κατά τον Τζωρτζ Όργουελ, από τον οποίον έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα), που, στις μέρες μας, τείνει να εξαλειφθεί ολοκληρωτικά, μέσα στους μαιάνδρους του κυβερνοκόσμου μας.

Αξίζει να κάνουμε μια ιδιαίτερη μνεία στη σημασία που δίνει ο συγγραφέας στο έργο του Γάλλου ανθρωπολόγου Μαρσέλ Μως και ιδιαίτερα στην έννοια του δώρου. Πράγματι, το δώρο, δηλαδή η μη εμπορευματική ανταλλαγή και η αμοιβαιότητα, βρίσκεται στον αντίποδα της απόλυτης εξατομίκευσης του φιλελευθερισμού όπου το άτομο κινείται αποκλειστικά με γνώμονα το εγωιστικό συμφέρον. Και φυσικά, δεν είναι κάτι που επιβάλλεται προγραμματικά αλλά αποτελεί μια εντελώς αυθόρμητη, καθημερινή συμπεριφορά των ανθρώπων, κληροδοτημένη από όλες τις παλιές παραδόσεις. Γιατί στηρίζεται στην πραγματικότητα της σχέσης και της δι-υποκειμενικότητας, χωρίς τις οποίες είναι αδιανόητη η ανθρώπινη κοινωνία. Αντίθετα, η μεταφυσική του Διαφωτισμού, που θεωρεί το άτομο «πρωταρχικό και αύταρκες», οδηγείται υποχρεωτικά στους εξωτερικούς καταναγκασμούς (κράτος, κόμμα κ.λπ.) προκειμένου να δώσει συνοχή στην κοινωνική συνύπαρξη. Όπως λέει ο Μισεά, «η φιλοσοφική πρωτοτυπία του δώρου βρίσκεται στο γεγονός ότι επανατοποθετεί τη σχέση ως πρωταρχικό ανθρωπολογικό δεδομένο: έξω από αυτήν, οι πολύμορφες διαδικασίες υποκειμενοποίησης και αυτονόμησης παραμένουν, αυτές καθ’ εαυτές απολύτως ακατανόητες». [Θα ήταν, άραγε, υπερβολικό να συσχετίσει κανείς αυτή την άποψη με την αντίληψη του «προσώπου» που χαρακτηρίζει τη δική μας ελληνική-ορθόδοξη παράδοση;]  

Τέλος, διαβάζοντας το Αδιέξοδο Άνταμ Σμιθ, δεν μπορεί κανείς να αποφύγει τους παραλληλισμούς με την ανάλογη  κατάσταση στην Ελλάδα, που, δυστυχώς, ακολουθεί από πολύ κοντά τις εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στις υπόλοιπες χώρες της Δύσης. Και μάλιστα, από πολύ πιο στρεβλά μονοπάτια, στον βαθμό που η Ελλάδα μεταβάλλεται σταδιακά σε παρασιτικό κακέκτυπο της Δύσης. Εδώ, ο μεταμορφισμός της Αριστεράς, εξ αιτίας της πολύ πρόσφατης –μετά τη δικτατορία– ανόδου της στην ιδεολογική και πολιτική εξουσία, παίρνει ίσως πολύ πιο ξεκάθαρη, ξεδιάντροπη και παράλληλα αποκρυμμένη μορφή: οι ίδιοι άνθρωποι θα βρεθούν από τις φυλακές και τις εξορίες στην κορυφή της μιντιο-πολιτικής εξουσίας.

 

Χριστίνα Σταματοπούλου

web design by optimize