Τιμή: 20 Ευρώ
Η απόκλιση - παρέκκλιση, –η παρέγκλισις του Επίκουρου– είναι συστατική του κόσμου μας. Μια απόκλιση από τις ευθείες τροχιές των ατόμων, που θα χάνονταν στο άπειρο, επιτρέπει στον κόσμο να συγκροτηθεί, στην ύλη να πορευτεί –αντίστροφα από την αποσυνθετική εντροπία– προς διαρκώς πολυπλοκότερες συγκροτήσεις, στο σύμπαν και στη ζωή να υπάρξουν. Η δημιουργός παρέκκλιση είναι το θεμέλιο του κόσμου και η αιτία για την εμφάνιση του ανθρώπου ως είδους, και της ιστορίας του ως δημιουργίας…
…Η ιδιαίτερη οπτική αυτού του δοκιμίου εδράζεται στην προσπάθεια συνδυασμού δύο διαστάσεων, της ρομαντικής και της μετα-μεσσιανικής. Μια επαναστατική και επίκαιρη εκδοχή του ρομαντισμού είναι όχι μόνον απαραίτητη για την ίδια την επιβίωση του ανθρώπου, ως είδους, στην εποχή της τεχνολογικής ύβρεως, αλλά έρχεται σε αντίθεση και θα πρέπει να υπερβεί οποιαδήποτε μεσσιανική εσχατολογία. Διότι η δυναμική του μεσσιανισμού ανατρέπει, μέσα από την εσώτερη έκφυσή της, κάθε αυθεντικό ρομαντικό εγχείρημα. Ο μεσσιανισμός οδηγεί την όποια επαναστατική απόπειρα σε ολοκληρωτικές ή/και γραμμικές καταλήξεις, άσχετα με τις προθέσεις των εμπνευστών του…
…Αν θέλουμε, λοιπόν, να απαντήσουμε στην κυρίαρχη σκέψη του εργαλειακού ορθολογισμού, οφείλουμε να επιχειρήσουμε μια υπέρβαση της στατικής «νευτώνειας» (μαρξιστικής, μεσσιανικής) «γεωμετρίας» της απελευθέρωσης προς την κατεύθυνση μιας πολυδιάστατης και «αϊνστάνειας» οπτικής που ενσωματώνει τον χρόνο στον χώρο, τη μακρά διάρκεια με το εδώ και το τώρα, το παρελθόν με το παρόν και το μέλλον, απέναντι στην υποτίμηση του παρελθόντος και της παράδοσης που χαρακτηρίζει τον μεσσιανισμό.
…Η μόνη διέξοδος η οποία μπορεί να διασώσει την απελευθερωτική παράδοση είναι η δημιουργική υπέρβασή της. Μια υπέρβαση προς την κατεύθυνση ενός προτάγματος ριζικού, αλλά μη μεσσιανικού, που δεν επαγγέλλεται «το τέλος της ιστορίας», αλλά μια διαδικασία μετασχηματισμών χωρίς τέλος, προς ένα ιδεώδες διαρκώς άπιαστο και πάντα πλησιέστερο, ενός προτάγματος που θεωρεί σημαντικότερο το ίδιο το ταξίδι παρά ένα ανύπαρκτο «τέλος-τελείωση
... Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι, σε μια κομβική ιστορική στιγμή, όπου η αναζήτηση ενός χωρίς όρους και όρια εκδυτικισμού γίνεται ανέφικτη διότι αντιστρατεύεται τα οικολογικά και ανθρωπολογικά όρια του ανθρώπου. Η συνέχισή του θέτει ως προϋπόθεση τη γενετική μετάλλαξη των ανθρώπων και της φύσης. Η προσκόλληση στο δυτικό «φαντασιακό» οδηγεί σε αέναη επέκταση της κατανάλωσης και της εμπορευματοποίησης, πράγμα αδύνατο χωρίς γενετικές αλλαγές όχι μόνο στα τρόφιμα αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο, διότι οι πόροι του πλανήτη είναι πεπερασμένοι και τα συναισθηματικά και ψυχολογικά όρια του ανθρώπου πραγματικά. Ο εκδυτικισμός οδηγεί αμετάκλητα σε απ’ ευθείας σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση.
…Αυτός ο «νέος τύπος ανθρώπου» έχει μετατρέψει σε εμπορεύματα και ανταλλακτικές αξίες τις ίδιες του τις επιθυμίες, έχει καταργήσει τον προσωπικό χρόνο προς όφελος του τεχνητού χρόνου, ώστε να επιτρέπει την απρόσκοπτη αναπαραγωγή και διεύρυνση του κόσμου των εμπορευμάτων. Ένας τέτοιος τύπος, που δεν έχει πλέον ανάγκες συμβιωτικότητας, αναγνώρισης, σεξουαλικότητας, συναισθηματικής ταύτισης, προσωπικού χρόνου και χώρου, είναι ανθρωπολογικά ανέφικτος, γι’ αυτό και ο πραγματικός άνθρωπος έρχεται σε διαρκή σύγκρουση με τον ίδιο τον κόσμο των τεχνημάτων και των εμπορευμάτων μέσα στον οποίο ζει. Εξ ου και η προσφυγή στο παρελθόν –συλλογικό (την ιστορία και τις παλαιότερες κοινωνικές μορφές) ή ατομικό (την παιδική ηλικία, το όνειρο, την ανάμνηση, την τέχνη, την τρέλα)–, στο μέλλον (την ονειροπόληση, την ουτοπία), ή το «αλλού» (κόσμους «εξωτικούς», μη αλλοτριωμένους, συναισθηματικής ή ερωτικής πληρότητας, την τέχνη κ.λπ). Αυτή η ανθρωπολογική αντίσταση αναγεννάει διαρκώς τη «ρομαντική» αντίδραση, όχι απλώς και μόνο στο εσωτερικό κάποιων κοινωνικών τάξεων ή κατηγοριών, αλλά στον ίδιο τον άνθρωπο ως ιστορικο-βιολογική πραγματικότητα.
Όσο ο άνθρωπος θα παραμένει γενετικά εξοπλισμένος με το υλικό που κληρονόμησε, μέσα από δισεκατομμύρια χρόνων εξέλιξης της φύσης γενικά και εκατομμύρια χρόνων εξέλιξης των ανθρωπιδών ειδικότερα, θα είναι αδύνατη η «προσαρμογή» του στο καπιταλιστικό-τεχνολογικό περιβάλλον˙ θα αναγεννάται διαρκώς η αντίσταση και η εξέγερση καθώς και η προσφυγή στο παρελθόν, το αλλού, το μέλλον.
Αυτή η αντίσταση αποτέλεσε τη βάση για την ανάδυση του σημαντικότερου νεορομαντικού κινήματος του δυτικού κόσμου, του οικολογικού – διότι βέβαια δεν χωρεί αμφιβολία πως ο οικολογικός προβληματισμός είναι στο βάθος του ρομαντικός: κηρύττει μια «επιστροφή στη φύση» σε αντιπαράθεση με την τεχνολογική κοινωνία.
Μία τάση του, εκείνη της «βαθιάς οικολογίας», θεωρεί πως θα πρέπει να εγκαταλείψουμε με ριζικό και αμετάκλητο τρόπο τον τεχνολογικό πολιτισμό και τη λογική της ανάπτυξης και να «επιστρέψουμε» σε προβιομηχανικές κοινωνίες και συναρθρώσεις.
Ένα δεύτερο ρεύμα, στην άλλη άκρη του φάσματος, που περιλαμβάνει και τα «πράσινα κόμματα» της Δύσης, υποστηρίζει πως, δεδομένου ότι βρισκόμαστε σε μια κοινωνία τεχνολογική, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να οικολογικοποιήσουμε τη βιομηχανική και εμπορευματική κοινωνία, κατά τον ίδιο τρόπο που στο παρελθόν η σοσιαλδημοκρατία κοινωνικοποίησε τον καπιταλισμό του 19ου αιώνα. Να προωθηθούν οι βιομηχανίες και οι τεχνικές απορρύπανσης, να πραγματοποιηθεί μια μετάβαση προς ηπιότερες μορφές ενέργειας, να ενισχυθούν οι τοπικοί και περιφερειακοί θεσμοί, χωρίς ωστόσο να αμφισβητείται η ηγεμονία του εμπορεύματος.
Τέλος, ένα τρίτο ρεύμα που θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε οικολογικό/εναλλακτικό, ενώ συμφωνεί στις βασικές διαπιστώσεις με το πρώτο και θεωρεί τη λογική της ανάπτυξης καταστροφική, πιστεύει πως είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε ως ένα βαθμό τον βιομηχανισμό, επειδή ζούμε σε έναν κόσμο και μια φύση δημιουργημένη εν μέρει από τον άνθρωπο. Σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατό να επιβιώσει ο σημερινός πληθυσμός πάνω στον πλανήτη μας και δισεκατομμύρια θα έπρεπε να εξοντωθούν. Διότι δεν πρέπει να ξεχνάμε πως η ύπαρξη 6,4 δισεκατομμυρίων ανθρώπων πάνω στη γη είναι δημιούργημα του βιομηχανισμού και πως μια αυθεντική «επιστροφή» σε μια προβιομηχανική κοινωνία θα είχε ως προϋπόθεση την εξαφάνιση των 5/6 του πληθυσμού του πλανήτη. Διότι καμιά προβιομηχανική, αγροτική και βιοτεχνική μορφή παραγωγής δεν μπορεί να θρέψει πάνω από ένα δισεκατομμύριο ανθρώπους. Και το ζήτημα δεν είναι, προφανώς, η ριζική εξόντωση του ανθρωπίνου πληθυσμού, αλλά το σταμάτημα της πληθυσμιακής επέκτασης –η οποία αποτελεί την πρωταρχική και θεμελιώδη πίεση για περαιτέρω «ανάπτυξη».
Μια τέτοια διαπίστωση, όμως, υποστηρίζει το εναλλακτικό κίνημα, δεν σημαίνει καθόλου ότι η λογική της ανάπτυξης και της εμπορευματικής επέκτασης δεν θα πρέπει να καταπολεμηθεί ριζικά και ανυποχώρητα. Η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να μεταβάλει «υπόδειγμα». Χρησιμοποιώντας ορισμένες από τις τεχνικές του βιομηχανισμού, αναπτύσσοντας ορισμένους τομείς και απο-αναπτύσσοντας ριζικά κάποιους άλλους, περιορίζοντας αποφασιστικά το εμπόρευμα και τον ρόλο του, θα μπορούσε να περάσει η ανθρωπότητα, μέσα από μια λίγο-πολύ μακρόχρονη περίοδο μετάβασης, σε κοινωνίες πληθυσμιακά σταθεροποιημένες, σε πόλεις αποκεντρωμένες, σε μονάδες παραγωγής τεχνολογικά σύγχρονες αλλά μικρότερες και ελεγχόμενες από τους παραγωγούς˙ γενικότερα, σε κοινωνίες όπου, στην κλίμακα των αξιών, το εμπόρευμα και η κατανάλωση θα έχουν υποβαθμιστεί και θα έχει αναβαθμιστεί η συμβιωτικότητα, η μη εμπορευματική δημιουργικότητα, οι ανθρώπινες σχέσεις.
Ένα τέτοιο κοινωνικό όραμα αντλεί από το παρελθόν, από τις προ-αγροτικές κοινότητες σε ό,τι αφορά τον εξισωτισμό και τη σχέση με τη φύση, από την αρχαία Ελλάδα για την οικοδόμηση της πόλεως, της κοινωνίας των πολιτών και τον ρόλο της φιλοσοφίας, από τους ελληνιστικούς χρόνους και την Κίνα για μια μη χρησιμοθηρική επιστημονική δραστηριότητα, από τις μεσαιωνικές πόλεις για τον ρόλο της γειτονιάς και της πλατείας μέσα στην πόλη, από την Αναγέννηση και τη σεξπηρική Αγγλία για την άνθηση της Τέχνης, από τη μοναστική κοινότητα του Αγίου Όρους ή των βουδιστών του Θιβέτ για τα πρότυπα μιας κολεκτίβας κ.ο.κ. Αυτή η διάσταση συντίθεται με την τεχνολογία της πληροφορίας, τις ήπιες μορφές ενέργειας, τη μινιατουροποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, τις εμπειρίες της ψυχανάλυσης και τις κατακτήσεις της σύγχρονης τέχνης. Και τέλος, με όλες τις μεγάλες επαναστατικές απόπειρες και πειράματα των τελευταίων αιώνων, από την Επανάσταση των ζηλωτών στη Θεσσαλονίκη του 14ου αιώνα, τους «εξισωτές» και τους «σκαφτιάδες» της Αγγλικής Επανάστασης, τους «αβράκωτους» στη Γαλλία, την Επανάσταση του 1821 στην Ελλάδα, τις Επαναστάσεις του 1848 και του 1870 στην Ευρώπη, τη Ρώσικη και την Ισπανική, την Κινεζική, την Αντίσταση του 1941-44 και τους λαϊκούς θεσμούς που οικοδόμησε και το 1968. [ ]
Η νέα λοιπόν σύνθεση / υπέρβαση που ευαγγελίζεται το εναλλακτικό και αντι-παγκοσμιοποιητικό κίνημα της εποχής μας, η σύνθεση του 21ου αιώνα, διαφέρει ριζικά από την παλαιότερη απόπειρα του 19ου και 20ού αιώνα, τη μαρξιστική, όχι μόνο ως προς την απόρριψη του παραγωγικού και τεχνολογικού μονισμού, του μεσσιανισμού κ.λπ., αλλά, προπάντων, ως προς την άρνηση του εργαλειακού λογισμού.