Τιμή: 28 Ευρώ
Σελ. 288
Έτος Έκδοσης: 2007
Μετάφραση: Χριστίνα Σταματοπούλου - Ελένη Νάκου
Επιμέλεια: Χριστίνα Σταματοπούλου
|
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ |
|
|
|
|
|
ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ |
7 |
|
ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΑΙ ΡΩΣΙΚΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ |
13 |
|
Γέννηση της βυζαντινής τέχνης |
13 |
|
Μετάλλαξη της τέχνης |
17 |
|
Η βυζαντινή σύνθεση |
20 |
|
Ο ελληνισμός και η ορθοδοξία |
23 |
|
Η αυτοκρατορική τάξη και η εκκλησία |
28 |
|
Η καλλιτεχνική γλώσσα του Βυζαντίου |
32 |
|
Η βυζαντινή ζωγραφική έως τον αιώνα του Ιουστινιανού |
36 |
|
Τα ψηφιδωτά της Θεσσαλονικής και της Ραβέννας |
41 |
|
Παρέντιο (Poreč), Κύπρος και όρος Σινά |
48 |
|
Τα χειρόγραφα |
50 |
|
Η κρίση των Εικόνων |
55 |
|
Μικρό καππαδοκικό ιντερμέδιο |
66 |
|
Ο Δεύτερος Χρυσός Αιώνας |
67 |
|
Η μνημειακή ζωγραφική |
74 |
|
Ο 13ος αιώνας και τα όρια του Βυζαντινισμού |
92 |
|
Το παλαιολόγειο ύφος |
99 |
|
Ο Χρυσός αιώνας της ρωσικής ζωγραφικής |
113 |
|
Το τέλος ενός κόσμου |
122 |
|
ΧΡΟΝΟΛOΓΙΟ |
125 |
|
ΓΛΩΣΣAΡΙΟ ΟΝΟΜAΤΩΝ ΚΑΙ ΟΡΩΝ |
185 |
|
ΕΥΡΕΤΉΡΙΟ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜAΤΩΝ |
253 |
ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
«Η Ανατολή είναι Ανατολή και η Δύση είναι Δύση. Ποτέ δεν θα συναντηθούν». Αυτή η περίφημη φράση ποτέ δεν υπήρξε τόσο ανακριβής όσο την περίοδο κατά την οποία το Βυζάντιο αναδύθηκε ως η μητρόπολη του χριστιανικού κόσμου. Από την εποχή των κατακτήσεων του Αλεξάνδρου, από τον Γάγγη έως την Αδριατική, από την Κριμαία έως την Αίγυπτο, συγκροτήθηκε για πρώτη φορά μία διεθνής πολιτισμική κοινότητα, η ελληνιστική «κοινή». Η Ελλάδα, η Εγγύς Ανατολή, ολόκληρη η Ασία νοτίως του δρόμου των τύμβων, που χρονολογείται από τη Λίθινη Εποχή και που οδηγεί από την Κασπία στο Σινικό Τείχος, μία τεράστια μάζα λαών, ετερογενών στον ύψιστο βαθμό, με ιδιαιτερότητες θεμελιωμένες σε χιλιόχρονες παραδόσεις, συγκεντρώθηκε γύρω από πόλεις, χαραγμένες με το ράμμα από τον Αλέξανδρο και τους διαδόχους του. Το τέλος της ελληνικής κυριαρχίας δεν επηρέασε καθόλου αυτή την εκτεταμένη «κοινή». Αντιθέτως, όπως οι Πάρθοι λειτούργησαν ως μεσολαβητές ανάμεσα στον ελληνισμό και την Ανατολή, έτσι και οι Ρωμαίοι μετέφεραν τον ελληνισμό στις ακτές του Ατλαντικού. Και εάν εκλατίνισαν τη Δύση, δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να προσδώσουν μια νέα ορμή στον ελληνισμό όπως τον βρήκαν στα ανατολικά του Ιονίου Πελάγους. Ως όψιμη συνέπεια της εκστρατείας του Αλεξάνδρου, τα κείμενα της Καινής Διαθήκης θα γραφτούν στα ελληνικά, όπως και τα περισσότερα γραπτά των Πατέρων της Εκκλησίας… [ ]
Η θρησκεία πέτυχε εκεί όπου απέτυχε ο εθνικισμός. Την ίδια στιγμή που η επίγεια Ιερουσαλήμ μεταβαλλόταν σε στάχτες, η εικόνα της επουράνιας Ιερουσαλήμ άπλωνε πάνω από την οικουμένη το μυστηριακό φως που ανέδιδαν τα καμωμένα από ίασπι τείχη της και οι μαργαριταρένιες πύλες της.
Στο εξής, ο κόσμος θα αρχίσει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από το πρίσμα αυτού του φωτός. Αυτή η νέα θεώρηση του σύμπαντος δεν αντιδιαστέλλει πλέον τον κόσμο με το χάος, την τάξη με την αταξία, όπως στους Έλληνες, αλλά το Φως με το Σκότος. Το φως αποτελεί το κυρίαρχο θέμα της αχανούς «παγανιστικής», ιουδαϊκής, χριστιανικής ή ζωροαστρικής γραμματείας της εποχής. Και αυτήν ακριβώς την «παρουσία ενός ασώματου φωτός, που δεσπόζει πάνω στη σκοτεινή ύλη», ο Πλωτίνος θα θεωρήσει ως έκφραση του κάλλους…
Η ίδρυση της Κωνσταντινούπολης, το 330, υπήρξε η επιβεβαίωση της οικονομικής, πολιτισμικής και θρησκευτικής υπεροχής της Ανατολής. Χωρίς αμφιβολία, ο όρος «Ανατολή» προσφέρεται στην ασάφεια. Από την εποχή του Αλεξάνδρου, η Ανατολή και ο ελληνισμός είχαν συμπήξει συμμαχία. Μέσα σ’ αυτό το, λιγότερο ή περισσότερο, εξελληνισμένο περιβάλλον, θα γεννηθεί η χριστιανική θεολογία και θα φιλοτεχνηθεί η πρώτη μορφή της ιερής τέχνης: όταν ο Άγιος Κλήμης ο Αλεξανδρεύς τόλμησε να ανυψώσει την ελληνική φιλοσοφία στο επίπεδο μιας «δεύτερης Παλαιάς Διαθήκης» δεν έκανε τίποτε άλλο από το να μεταφράσει στη γλώσσα της θεολογίας αυτό που η χριστιανική τέχνη ήθελε κατά τον ίδιο τρόπο να συμβολίσει με τους Καλούς Ποιμένες της, τους έφηβους Χριστούς της και τους φιλοσόφους Αποστόλους της, οι οποίοι θα συνδυάζουν για καιρό τη θεϊκή μορφή με το ανθρώπινο κάλλος. Αλλά, παράλληλα με αυτή την ελληνιστική εικονογραφία, μια άλλη παράδοση άρχιζε να συγκροτείται στην ενδοχώρα της Αιγύπτου και της Συρίας: σε αυτήν οφείλομε την παγίωση της πλειοψηφίας των ιερών απεικονίσεων. [ ]
Σελ. 9-13.